You are currently browsing the monthly archive for Ιουνίου 2008.
Πηγή http://www.vic.com/~tscon/dipa/02.htm#_Toc94760929
Σήμερα η ανθρωπότητα “ζυμώνεται” για να επιτευχθεί η πολυπόθητη παγκοσμιοποίηση. Το ερώτημα, “είσαι υπέρ ή κατά της παγκοσμιοποίησης” είναι παραπλανητικό. Από ρωμαίϊκη άποψη το ερώτημα είναι, “υπέρ ποιάς παγκοσμιοποίησης είσαι;” Είναι αυτονόητο ότι ο στόχος είναι η παγκοσμιοποίηση. Το ερώτημα είναι με ποιού τους όρους θα προχωρήσει. Με αυτούς των Περσών ή με τούς, του Ελληνισμού; Κατά τους περσικούς πολέμους οι αρχαίοι ημών πρόγονοι αντιστάθηκαν στην παγκοσμιοποίηση με τους όρους των Περσών και λίγο μετά πέτυχαν – το ανέφικτο – παγκοσμιοποίηση με τους δικούς τους όρους. Και να ληφθεί υπ’ όψη ότι τότε δεν διέθεταν την αστείρευτη πηγή ενέργειας (άκτιστης) που έχουμε σήμερα στην διάθεσή μας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση. Είναι αίρεση πρώτον γιατί κόβει κομμάτια από την “πίτα” του ποιμνίου της Εκκλησίας και δεύτερον γιατί αλλοιώνει εντελώς την “ματιά” του Kοινωνιολόγου, του Ιστορικού του κάθε σκεπτόμενου θνητού.
Η ελληνική παγκοσμιοποίηση άρχισε με τον Όμηρο (πού σημαίνει συνάντηση), συνεχίστηκε με την “ξενία” (η φιλοξενία συνώνυμη του ξένου), βάθυνε τον καιρό του Ισοκράτη (ο γνωστός ορισμός του Έλληνα – ο μετέχον της ελληνικής παιδείας), απλώθηκε στον κόσμο με τον Μ. Αλέξανδρο, απέκτησε μόνιμη κρατική ισχύ με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εμπλουτίστηκε όταν ο Ξένος Εκείνος σάρξ εγένετο, και ολοκληρώθηκε από τον μεγάλο μεταρρυθμιστή, τον Flavio Valerio Constantino, τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτή η παγκοσμιοποίηση κράτησε περίπου 1000 χρόνια (σύν-πλήν μερικούς αιώνες) και μετά το 1453 συνέχισε χωρίς κρατική οντότητα, ως καημός της Ρωμηοσύνης. Το πολίτευμα εκείνο, η παγκοσμιοποιημένη εκείνη κοινωνία, αντιστάθηκε στους βάρβαρους ρατσιστές, εθνικιστές εχθρούς της με επιτυχία μέχρι τον 7ο αιώνα. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση σε Ανατολή και Δύση. Στην Ανατολή κέρδιζε έδαφος ο αραβικός εθνοφυλετισμός και στη Δύση από τον 9ο κυρίως αιώνα ο αντίστοιχος φραγκο-τευτονικός. Τελικά κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη επιχείρηση πολιτισμοκάθαρσης που στήθηκε ποτέ. Σήμερα κάθε λογικός αναλυτής οφείλει να αγνοεί την επί 1000 χρόνια κυρίαρχη παγκοσμιοποίηση (τή Ρωμηοσύνη) και να βλέπει την ιστορία με τα γυαλιά της αίρεσης του εθνοφυλετισμού.
Ο ελληνικός πολιτισμός διασώθηκε στη Δύση αλλά σε μια αιρετική εκδοχή του. Παραθεωρήθηκε η σπουδαιότητα του μύθου, της εικόνας και απολυτοποιήθηκε η σημασία του λόγου, της αλήθειας (πού κατάντησε ορθολογική εκδοχή) εις βάρος του κάλλους (πού εξοστρακίστηκε στο κόσμο των ιδεών). Κουτσός Ελληνισμός, με ένα ποδάρι, βασανίζει και σακατεύει επί αιώνες τους ταλαίπωρους θνητούς. Σήμερα χτίζετε μια καινούργια παγκοσμιοποίηση κι έχει επιλεγεί για σκελετός το χρήμα και η τεχνολογία, με όχημα την εικόνα και δη την κινούμενη του Χόλυγουντ και του CNN. Ο Λόγος όμως σάρξ εγένετο, σώζοντας ακριβώς τον άνθρωπο από τις μεταπτώσεις στα άκρα του μύθου ή του λόγου. Παρέχοντας άπειρη, άκτιστη δύναμη βοηθάει τον θνητό να καλλιεργεί ταυτόχρονα τις δυο αλληλοαναιρούμενες σε κτιστό επίπεδο λειτουργίες του, του παρέχει την δυνατότητα να θέτει σε πλήρη, αρμονική, εν ειρήνη λειτουργία τα δυο εγκεφαλικά του ημισφαίρια. Γαντζωμένος ως άλλος Οδυσσέας στα απομεινάρια του πλοίου ξεφεύγει, απ’ τη Σκύλλα των λόγων (τίς σκέψεις που ζώνουν σαν τα φίδια και βασανίζουν τον θνητό) και από τη Χάρυβδη, το χάος των λογισμών και των εικόνων, το δάσος. Γλυτώνει από τους “λόγους και τους λογισμούς της πονηρίας”. Στο αδιέξοδο δόθηκε διέξοδος, η επί ξυρού ακμής ισορροπία, η καλούμενη και Ορθοδοξία. Το αίτημα του μέτρου βρήκε ρεαλιστική εκπλήρωση στο Σταυρό.
Η Εκκλησία ως εθναρχία δεν εκκοσμικεύθηκε αναλαμβάνοντας τη σωτηρία ενός έθνους, αλλά αγωνίστηκε να περισώσει ότι ήταν δυνατόν από εκείνη την πρώτη παγκοσμιοποίηση. Ο ρόλος της δεν είναι η αντιεκσυγχρονιστική, αντιδραστική “επιβολή του προαστικού πατριαρχισμού στη νεοελληνική κοινωνία και νοοτροπία” αλλά 1) η με προφητική έμπνευση ενδυνάμωση της κοινωνίας με την άκτιστη δύναμη που διαθέτει η Εκκλησία του Χριστού και 2) η προσφορά της ιστορικής της πείρας (τής Ρωμηοσύνης) ώστε να πετύχει και αυτή η δεύτερη (τά τελευταία 3.000 χρόνια) προσπάθεια παγκοσμιοποίησης. Να γίνει δηλαδή εφικτό να νικηθούν οι δυνάμεις της εντροπίας και του χάους που εμφωλεύουν στην ανθρώπινη φύση και κοινωνία και να κυριαρχήσει η πληροφορία, ο λόγος, που επιτρέπει να συμβαίνει το θαύμα, η τρέλα της ζωής.
“Φίδι, πίθηκος κι αετός” είναι οι δυνατές εκδοχές. Μετοχή σε κτιστή δύναμη προερχόμενη από το πνεύμα το σκοτεινό, δύναμη ταραχώδη, τρεμουλιάρικια, με ημερομηνία λήξης. Πραγμάτωση της ζωώδους εγγενούς δυνάμεως με όλα τα συμπαραμαρτούμενα της ζούγκλας. Μετοχή σε άκτιστη δύναμη που μεταλλάσσει το σκουλήκι σε αετό. Αετός το σύμβολο της Ρωμηοσύνης για να θυμίζει τον προορισμό του ανθρώπου, για να υπενθυμίζει την έννοια του ανθρώπου. Άνθρωπος, ο άνω θρώσκον, αυτός που τείνει προς τα άνω, όχι αναζητώντας ηλιθίως θεούς και άλλα ανώτερα όντα, αλλά αυτός που έχοντας υπομείνει εν τω Άδη χρόνον ικανόν, έχοντας εκεί το σπίτι του, “κράτα τον νού σου στον Άδη και μην απελπίζου”, όταν έρχεται η ώρα δέχεται την έμπνευση, ξεχειλίζει και δρά, ομιλεί και ενεργεί, “βγαίνει” και πάλι μέσα μπαίνει, στον οίκο επιστρέφει. Δηλαδή καθημερινώς κι ολημερής, εκτός διαλειμμάτων γιά-ξεκούραση ή από έμπνευση, εν τη οικία ζεί, “μόνος στο σπίτι”, εις την οικία μένει, την Οικουμένη αναμένει.
Μάρτιος 2001
Ομάδα εργασίας
του 33ου Ιερατικού Συνεδρίου
της Ι. Μητρ. Γερμανίας
Μόναχο, 30 Οκτωβρίου 2002
Μετάφραση από τα αγγλικά:
Αρχιμ. Αμβρόσιος Κουτσουρίδης
Αγαπητέ φίλε,
όταν μου ζήτησες να σκιαγραφήσω την ορθόδοξη αντίδραση στην ιδέα της χειροτονίας των γυναικών στην ιερωσύνη, σκέφτηκα στην αρχή ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πολύ δύσκολο. Πράγματι δεν είναι δύσκολο να δηλώσω απλώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών και ν΄ απαριθμήσω όσον το δυνατόν πληρέστερα τους δογματικούς, κανονικούς και πνευματικούς λόγους γι΄ αυτή την αντίθεση. Ύστερα από ωριμότερη σκέψη, ωστόσο, πείσθηκα ότι μια τέτοια απάντηση θα ήταν όχι μόνο άχρηστη, αλλ΄ακόμη και επιζήμια. Άχρηστη, διότι όλοι αυτοί οι «επίσημοι» λόγοι -αγιογραφικοί, παραδοσιακοί, κανονικοί- είναι πολύ γνωστοί στους συνηγόρους της χειροτονίας των γυναικών, όπως επίσης γνωστή είναι η γενική εκκλησιολογική θέση μας, την οποία ανάλογα με τη διάθεση και τις τρέχουσες προτεραιότητές τους, οι Δυτικοί αδελφοί μας είτε την χαιρετούν ως «την κύρια οικουμενική συνεισφορά» της Ορθοδοξίας, είτε την απορρίπτουν ως αρχαϊκή, στενόμυαλη και άσχετη. Επιζήμια, διότι, αν και τυπικά σωστή, αυτή η απάντηση θα κατέστρεφε παρ΄ όλ΄ αυτά την πραγματική ορθόδοξη θέση περιορίζοντάς την σ΄ ένα θεολογικό πλαίσιο και μία προοπτική, ξένα προς την ορθόδοξη σκέψη. Διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν αντιμετώπισε αυτό το ερώτημα. Είναι για μάς τελείως ξένο, μία casus irrealis, για την οποία δεν βρίσκουμε βάση, όρους αναφοράς στην Παράδοσή μας, στην ίδια την εμπειρία της Εκκλησίας, και για τη συζήτηση της οποίας, ως εκ τούτου, απλώς δεν είμαστε προετοιμασμένοι.
Αυτή είναι λοιπόν η δυσκολία μου. Δεν μπορώ να συζητήσω το πρόβλημα καθ΄ εαυτό, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη διευκρίνιση της τοποθέτησής μας όχι μόνο στο θέμα των γυναικών και της ιερωσύνης, αλλά πάνω απ΄ όλα στο θέμα του Θεού στην Τριαδική Ζωή Του, της Δημιουργίας, της Πτώσης και της Απολύτρωσης, της Εκκλησίας και του μυστηρίου της ζωής της, της θεώσεως του ανθρώπου και της ανακεφαλαίωσης των πάντων εν Χριστώ. Εκτός απ΄ όλ΄ αυτά, θα παρέμενε ακατανόητο, είμαι σίγουρος, γιατί η χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη είναι για μάς ισοδύναμη μ΄ ένα ριζικό και ανεπανόρθωτο ακρωτηριασμό ολόκληρης της πίστης, η απόρριψη ολόκληρης της Αγίας Γραφής -και περιττό να το πω, το τέλος όλων των «διαλόγων»… Συν τοις άλλοις, η απάντησή μου θα ηχούσε ως άλλη μία «συντηρητική» και «παραδοσιακή» υπεράσπιση της ισχύουσας, κατάστασης (status quo). Ακριβώς του ίδιου πράγματος, το οποίο πολλοί Χριστιανοί σήμερα, έχοντάς το ακούσει πάρα πολλές φορές, το απορρίπτουν ως υποκρισία, έλλειψη υπακοής στο θέλημα του Θεού, τυφλότητα έναντι του κόσμου, κ.τ.λ. Ολοφάνερα εκείνοι που απορρίπτουν την Παράδοση δεν θα προσέξουν γι΄ άλλη μια φορά ένα επιχείρημα από την Παράδοση (extraditione)…
Αλλά τι θα προσέξουν; Η κατάπληξή μας -και αυτή η κατάπληξη είναι πάνω απ΄ όλα η ορθόδοξη αντίδραση- είναι ακριβώς σχετική με την περίεργη και για μάς ακατανόητη βιασύνη, με την οποία το ερώτημα για τη χειροτονία των γυναικών έγινε αρχικά αποδεκτό ως ζήτημα, έπειτα γρήγορα περιορίσθηκε στο επίπεδο ενός «θέματος κανονικής τάξης» και τελικά προσδιορίσθηκε ως ένα ζήτημα διαπραγματεύσιμο για ν΄ αντιμετωπισθεί με ψηφοφορία! Σ΄ αυτή την περίεργη κατάσταση το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου μεταφέρω αυτή την κατάπληξη, απαριθμώντας εν συντομία τα κύρια «συστατικά μέρη» της, όπως εγώ τα βλέπω και τα καταλαβαίνω.
Η πρώτη διάσταση της κατάπληξής μας μπορεί να ορισθεί «οικουμενική». Η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών αποκαλύπτει κάτι, το οποίο υποπτευόμασταν εδώ και πολύ καιρό, που, όμως, τώρα επιβεβαιώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία: την αληθινά ενδογενή αδιαφορία της Χριστιανικής Δύσης σε οτιδήποτε πέρα από τη σφαίρα της δικής της προβληματολογίας, της δικής της εμπειρίας. Μπορώ μόνο να επαναλάβω εδώ ό,τι είπα προηγουμένως: ακόμη και η λεγόμενη «οικουμενική κίνηση» , παρά τους ισχυρισμούς της περί του αντιθέτου, πάντοτε υπήρξε και ακόμη ένα καθαρά Δυτικό φαινόμενο, βασισμένο σε Δυτικές προϋποθέσεις και προσδιορισμένο από μία ειδικά Δυτική «ημερήσια διάταξη». Αυτό δεν είναι «υπερηφάνεια» ή «υπεροψία». Αντιθέτως, η Χριστιανική Δύση σχεδόν κατατρύχεται από ένα σύμπλεγμα ενοχής και δεν απολαμβάνει τίποτε περισσότερο από την αυτοκριτική και την αυτοκαταδίκη. Μαστίζεται από μία ολοκληρωτική αδυναμία να υπερβεί τον εαυτό της, να αποδεχθεί την απλή ιδέα ότι η δική της εμπειρία, τα προβλήματα, οι τρόποι σκέψης και οι προτεραιότητες μπορεί να μην είναι παγκόσμια, ότι ίσως χρειασθεί να εκτιμηθούν και να κριθούν στο φως μιας αληθινά παγκόσμιας, αληθινά «καθολικής» εμπειρίας. Οι Δυτικοί Χριστιανοί σχεδόν ενθουσιωδώς κρίνουν και καταδικάζουν τους εαυτούς τους – αλλά με τους δικούς τους όρους, μέσα στη δική τους αθεράπευτα «Δυτική» προοπτική. Έτσι όταν αποφασίσουν -στη βάση της δικής τους, πιθανώς περιορισμένης και διασπασμένης, ειδικά Δυτικής «πολιτιστικής κατάστασης»- ότι πρέπει να «επανορθώσουν» αδικίες που έγιναν σε βάρος των γυναικών, σχεδιάζουν να το κάνουν αμέσως και χωρίς καθόλου να ρωτούν τι μπορεί να σκέφτονται «οι άλλοι» γι΄ αυτό, και μένουν ειλικρινά κατάπληκτοι, ίσως και θλιμμένοι, από την έλλειψη, εκ μέρους αυτών «των άλλων», οικουμενικού πνεύματος, συμπάθειας και κατανόησης.
Προσωπικά έχω αρκετά συχνά ασκήσει κριτική στους ιστορικούς περιορισμούς της ορθόδοξης νοοτροπίας , για να μη έχω το δικαίωμα να πω εν πάση ειλικρινία ότι σε μένα η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών μοιάζει να ΄ναι επαρχιώτικη, βαθύτατα σημαδεμένη κι ακόμη περιορισμένη από Δυτικό εγωκεντρισμό και αυτάρκεια, από μία αφελή, σχεδόν παιδιάστικη πεποίθηση, ότι κάθε «τάση» στον Δυτικό πολιτισμό δικαιώνει μία ριζική επανεξέταση ολόκληρης της Χριστιανικής Παράδοσης. Πόσων τέτοιων»τάσεων» μάρτυρες έχουμε γίνει στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του ταραγμένου αιώνος μας! Πόσες αντίστοιχες «θεολογίες»! Η διαφορά πάντως τούτη τη φορά είναι, ότι σ΄ αυτό το συγκεκριμένο δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει κανείς όχι μία παροδική διανοητική και ακαδημαϊκή «ιδιοτροπία» -όπως ο «θάνατος του Θεού», η εκκοσμικευμένη πόλη», ο «εορτασμός της ζωής», κ.τ.λ. -, η οποία, αφού παρήγαγε μερικές εφήμερες εκδοτικές επιτυχίες, απλώς εξαφανίστηκε, αλλά την απειλή μιας αμετάκλητης και ανεπανόρθωτης πράξης, η οποία, εάν γίνει πραγματικότητα, θα παράγει μία νέα, και τούτη τη φορά είμαι πεπεισμένος τελική, διαίρεση ανάμεσα στους Χριστιανούς, θα σημαίνει, τουλάχιστον για τους Ορθοδόξους, το τέλος των διαλόγων…
Είναι πολύ γνωστό ότι οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών εξηγούν τον αγιογραφικό και τον παραδοσιακό αποκλεισμό των γυναικών από τον κλήρο με πολιτιστικές «προϋποθέσεις». Αν ο Χριστός δεν συμπεριέλαβε γυναίκες στους δώδεκα, αν η Εκκλησία για αιώνες δεν τις συμπεριέλαβε στην ιερωσύνη της, αυτό συνέβη εξαιτίας του «πολιτισμού», ο οποίος θα καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατο τότε. Δεν είναι ο σκοπός μου ν΄ αναφέρω εδώ τις θεολογικές και ερμηνευτικές συνέπειες αυτής της άποψης, όπως επίσης την καθαρά ιστορική βάση της, η οποία, παρεμπιπτόντως, φαίνεται σε μένα υπερβολικά αδύνατη και επισφαλής. Αυτό που πραγματικά είναι θαυμαστό είναι ότι, ενώ είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι κατανοούν περασμένους «πολιτισμούς», οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών φαίνονται να αγνοούν πλήρως τις δικές τους πολιτιστικές «προϋποθέσεις», τη δική τους υποταγή στον «πολιτισμό».
Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει την ετοιμότητά τους να αποδεχθούν κάτι που μπορεί ν΄ αποδειχθεί πρόσκαιρο φαινόμενο και κάτι που είναι, εν πάση περιπτώσει, ένα φαινόμενο μόλις στην αρχή του (για να μη μιλήσω για το απελευθερωτικό κίνημα των γυναικών, το οποίο επί του παρόντος δεν είναι παρά αναζήτηση και πειραματισμός), ως μία επαρκή δικαίωση για μία ριζική αλλαγή στην ίδια τη δομή της Εκκλησίας; Πώς αλλιώς, επιπλέον, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το γεγονός, ότι αυτό το κίνημα γίνεται αποδεκτό με τους δικούς του όρους, τ.έ. εντός της προοπτικής των «δικαιωμάτων», της «δικαιοσύνης», της «ισότητας», κ.ο.κ., όλα κατηγορίες, των οποίων η ικανότητα να εκφράσουν επαρκώς τη χριστιανική πίστη και να εφαρμοσθούν ως τέτοιες εντός της Εκκλησίας είναι, το λιγότερο, αμφισβητήσιμη;
Η πικρή αλήθεια είναι ότι η ιδέα της χειροτονίας των γυναικών, όπως εμφανίζεται και συζητείται σήμερα, είναι το αποτέλεσμα πάρα πολλών συγχύσεων και απλοποιήσεων. Αν η ρίζα της είναι η υποταγή στον «πολιτισμό», ο τρόπος ανάπτυξής της διαμορφώνεται από μια υποταγή στον «κληρικαλισμό». Κατέχεται πράγματι, σχεδόν πλήρως, από την παλιά «κληρικαλική» άποψη για την Εκκλησία και τον σύμφυτο μ΄ αυτή διπλό «υποβιβασμό»: αφ΄ ενός τον υποβιβασμό της Εκκλησίας σε «δομή εξουσίας» και αφ΄ ετέρου τον υποβιβασμό αυτής της δομής εξουσίας στον κλήρο. Στην υποτιθέμενη «κατωτερότητα» των γυναικών εντός της κοσμικής δομής εξουσίας ανταποκρίνεται η δική τους «κατωτερότητα», τ.έ. ο αποκλεισμός τους από τον κλήρο, εντός της εκκλησιαστικής δομής εξουσίας. Στη δική τους «απελευθέρωση» στην κοσμική κοινωνία πρέπει ως εκ τούτου ν΄ αντιστοιχεί η δική τους «απελευθέρωση», τ.έ. η χειροτονία στην Εκκλησία.
Η Εκκλησία, όμως, δεν μπορεί απλώς να περιορισθεί σ΄ αυτές τις κατηγορίες. Εφ΄ όσον προσπαθούμε να μετρήσουμε το ανέκφραστο μυστήριο της ζωής της με έννοιες και ιδέες εκ των προτέρων ξένες προς την ίδια την ουσία της, κυριολεκτικά την ακρωτηριάζουμε, και η αληθινή δύναμή της, η δόξα και η ομορφιά της, η υπερβατική αλήθειά της απλώς μας διαφεύγουν.
Γι΄ αυτό το λόγο κλείνοντας αυτό το γράμμα μπορώ μόνο να ομολογήσω, δίχως να εξηγώ και να δικαιώνω αυτή την ομολογία με οποιεσδήποτε «αποδείξεις», ότι η μη χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη δεν έχει τίποτε να κάνει, απολύτως τίποτε, με οποιαδήποτε «κατωτερότητα» που μπορούμε να επινοήσουμε ή να φανταστούμε. Στην ουσιώδη αλήθεια, η οποία μόνη συνιστά το περιεχόμενο της πίστης μας και διαμορφώνει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, η οποία είναι τέλεια κοινωνία, τέλεια γνώση, τέλεια αγάπη και τελικά η «θέωση» του ανθρώπου, δεν υπάρχει πραγματικά «άρσεν και θήλυ». Ακόμη περισσότερο, σ΄ αυτή την πραγματικότητα, της οποίας γινόμαστε συμμέτοχοι εδώ και τώρα, όλοι εμείς -άνδρες και γυναίκες, δίχως καμία διάκριση- είμαστε «βασιλείς και ιερείς», διότι είναι η ουσιώδης ιερωσύνη της ανθρώπινης φύσης και αποστολής, την οποία ο Χριστός αποκατέστησε σ΄ εμάς.
Εξαιτίας αυτής της ιερατικής ζωής, αυτής της έσχατης πραγματικότητας, η Εκκλησία είναι και προσφορά και αποδοχή. Και για να ισχύει αυτό, για να είναι πάντοτε και παντού η Εκκλησία δωρεά του Αγίου Πνεύματος δίχως μέτρο ή περιορισμούς, ο Υιός του Θεού πρόσφερε τον εαυτό Του μοναδική θυσία, και έκανε αυτή τη μοναδική θυσία και αυτή τη μοναδική ιερωσύνη το ίδιο το θεμέλιο, πράγματι την ίδια τη «μορφή» της Εκκλησίας. Αυτή η ιερωσύνη είναι του Χριστού, όχι δική μας. Όχι μόνο κανείς από μας, άνδρες και γυναίκες, δεν έχει «δικαίωμα» σ΄ αυτή, αλλά εμφατικά δεν είναι ανάλογη με καμία από τις ανθρώπινες κλήσεις, ή ακόμη και ανώτερη απ΄ όλες τις άλλες . Ο ιερέας στην Εκκλησία δεν είναι «άλλος ένας» ιερέας και η θυσία που προσφέρει δεν είναι «άλλη μία» θυσία. Είναι πάντα και μόνο του Χριστού η ιερωσύνη και του Χριστού η θυσία, διότι σύμφωνα με τους λόγους της ευχής του χερουβικού ύμνου «συ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος…» . Και έτσι η «θεσμική» ιερωσύνη στην Εκκλησία δεν έχει καμία «οντολογία» από μόνη της. Υπάρχει μόνον για να κάνει τον ίδιο τον Χριστό παρόντα, για να κάνει τη δική Του μοναδική ιερωσύνη και με τη δική Του μοναδική Θυσία πηγή της ζωής της Εκκλησίας και «απόκτηση» από τους ανθρώπους του Αγίου Πνεύματος. Και αν ο κομιστής, η εικόνα και ο εκπληρωτής αυτής της μοναδικής ιερωσύνης είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι επειδή ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα…
Γιατί; Αυτή φυσικά είναι η μόνη σημαντική, η μόνη σχετική ερώτηση, αυτή που κανείς «πολιτισμός», καμία «κοινωνιολογία», καμία «ιστορία» και ακόμη καμία «ερμηνεία» δεν μπορεί να απαντήσει. Διότι μπορεί ν΄ απαντηθεί μόνο από τη θεολογία, στην αρχέγονη και ουσιώδη έννοια αυτής της λέξης στην Εκκλησία ως την ενατένιση και τη θέα της ίδιας της Αλήθειας, ως κοινωνία με το άκτιστο Θείο Φως. Μόνο εδώ, σ΄ αυτή την εξαγνισμένη και αποκατεστημένη όραση, μπορούμε ίσως ν΄ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε γιατί το ανέκφραστο μυστήριο της σχέσεως ανάμεσα στο Θεό και τη δημιουργία Του, ανάμεσα στυο Θεό και στον περιούσιο λαό Του, ανάμεσα στο Θεό και στην Εκκλησία Του αποκαλύπτεται «ουσιωδώς» σε μας ως ένα γαμήλιο μυστήριο, σαν την εκπλήρωση ενός μυστικού γάμου. Γιατί, μ΄ άλλα λόγια, η ίδια η Εκκλησία, ο ίδιος ο άνθρωπος και ο κόσμος, όταν ατενίζονται στην έσχατη αλήθεια και τον προορισμό τους, αποκαλύπτονται σε μας ως μία Νύμφη, ως γυναίκα ντυμένη στον ήλιο. Γιατί στο έσχατο βάθος της αγάπης και της γνώσης της, της χαράς και της κοινωνίας της, η Εκκλησία ταυτίζει τον εαυτό της με μία Γυναίκα, την οποία εξυμνεί ως «τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ».
Είναι αυτό το μυστήριο που πρέπει να «κατανοηθεί» με τα μέσα του διαλυμένου και πεπτωκότος κόσμου μας, ο οποίος γνωρίζει και δοκιμάζει τον εαυτό του μόνο μέσα στη διάλυση και τη διάσπασή του, στις εντάσεις και τις διχοτομίες του, και ο οποίος, ως τέτοιος, είναι ανίκανος για το έσχατο όραμα; Ή είναι αυτό το όραμα και αυτή η μοναδική εμπειρία που πρέπει να γίνουν ξανά για μας τα «μέσα» για την από μέρους μας κατανόηση του κόσμου, η αφετηρία και η ίδια η δυνατότητα για μία αληθινή θεϊκή νίκη έναντι όλων αυτών που σε τούτο τον κόσμο δεν είναι παρά ανθρώπινα, ιστορικά και πολιτιστικά;
Πηγή: Βιος Αγ. Σιλουανού του Αθωνίτου.
Η γνώσις η αποκτωμένη δια της κατανικήσεως των παθών οδηγεί εις την εκ πείρας διορατικότητα. Η διορατικότης ήτις εμφανίζεται ως αποτέλεσμα πείρας μακρού αγώνος κατά των παθών, δεν φθάνει την τελειότητα εκείνην την οποίαν έχει το άνωθεν καταβαίνον χάρισμα της διορατικότητος. Η πρώτη εξ ωρισμένων κινήσεων, εκ της εκφράσεως του προσώπου, εκ τινων λέξεων, εκ του είδους της σιωπής ή της ομιλίας, εκ της πνευματικής ατμοσφαίρας την οποίαν δημιουργεί ο άνθρωπος, αντιλαμβάνεται την πνευματικήν αυτού κατάστασιν. Βεβαίως πλέον πιστήν βάσιν δια την περί του ανθρώπου κρίσιν παρέχει η συνομιλία μετ’ αυτού, επειδή εκ του λόγου αυτού καθίσταται εκδηλότερον αφ’ ενός μεν το μέτρον της αυθεντικής πνευματικής αυτού πείρας, αφ’ ετέρου δε εκείνο όπερ δεν είναι άλλο τι ει μη αποτέλεσμα εξωτερικής μαθήσεως. Η δευτέρα ήτοι η εκ της χάριτος διορατικότης, τα πάντα διορά μέσω της προσευχής και δεν έχει ανάγκην της παρουσίας του ανθρώπου.
Κατά την πορείαν του συνεχούς εσωτερικού πολέμου ο ασκητής συναντάται μετά τριών ειδών διορατικότητος: Πρώτον είδος είναι η φυσική εις ωρισμένους ανθρώπους διαίσθησις, ήτις λεπτύνεται δια της ασκητικής βιοτής· δεύτερον η κατά δαιμονικήν ενέργειαν και τρίτον η κατά την δωρεάν της χάριτος.
Και τα τρία ταύτα είδη διορατικότητος είναι αίτια βασάνων. Κατά το πρώτον ήτοι της εκ φύσεως διαισθήσεως, ο πόνος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της οξείας λεπτότητος και ευαισθησίας του νευροψυχικού συστήματος. … Κατά το δεύτερον … εμφανίζηται ενίοτε η δυνατότης να «διαβλέψης» την ξένην σκέψιν, όμως ο βαθύς εσωτερικός άνθρωπος παραμένει απρόσιτος.
Η χαρισματική πνευματική διορατικότης αποκαλύπτει τα βάθη της ανθρωπίνης ψυχής, συχνάκις κεκρυμμένα από του ιδίου του ανθρώπου. … Δώρον ούσα του Θεού είναι έμπλεως αγάπης, βλέπει δε, ως επί το πλείστον την αμορφίαν και αδοξίαν του ανθρώπου, και πονεί και οδυνάται υπέρ αυτού. Είναι πάθος αγάπης. Οι φορείς του χαρίσματος τούτου ουδέποτε επιδιώκουν να διατηρήσουν αυτό.
Ηνωμένη αύτη (η εκ πείρας διορατικότητα) μέχρι τινος μετά της χαρισματικής διορατικότητος αποτελεί το λεγόμενον «χάρισμα διακρίσεως», όπερ οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν ως ανώτατον ασκητικόν επίτευγμα. Η ουσία της διακρίσεως έγκειται αφ’ ενός μεν εις την ικανότητα διαγνώσεως της προελεύσεως εκείνου ή του άλλου πνευματικού φαινομένου, εάν τουτέστι προέρχηται εκ της χάριτος ή εκ δαιμονικής επιδράσεως ή είναι απλώς αποτέλεσμα φυσικής ικανότητος του προσώπου· αφ’ ετέρου δε εις την γνώσιν της τάξεως της πνευματικής ζωής ήτοι της ακολουθίας των πνευματικών καταστάσεων και της σχετικής αυτών τιμής ή αξίας.
Είναι πολύτιμον εις τους πνευματικούς καθοδηγητάς διότι ο εχθρός αρέσκεται να ενδύηται μορφήν αγγέλου φωτός, και σπάνιοι είναι εκείνοι οίτινες δύνανται να διακρίνουν αυτόν μετά βεβαιότητος.
Σύνηθες φαινόμενον εν τη πνευματική ζωή μοναχών και μη μοναχών είναι η απόκλισις ή και η ανατροπή αυτής της ιεραρχίας (των πνευματικών καταστάσεων), ήτις έγκειται εις το ότι ωρισμένη τις πνευματική κατάστασις ή ασκητική εργασία ικανοποιεί τον άνθρωπον και αυτός αρνείται να προχωρήση εις το επόμενον στάδιον της οδού θεωρών (ΥΠΑΚΟΗΣ ΑΝΑΓΚΗ) την νέαν παρουσιασθείσαν χάριν και γνώσιν κατωτέραν της προηγουμένης μορφής της ασκήσεως αυτού και ούτω θέτει όριον εις την περαιτέρω ευδοκίμησιν αυτού.
Πολλοί έλαβον την χάριν και ουχί μόνον εκ των μελών της Εκκλησίας αλλά και εκ των εκτός Αυτής όντων (διότι παρά τω Κυρίω «ουκ έστι προσωποληψία»), αλλ’ ουδείς διεφύλαξε την πρώτην χάριν, και μόνον ολίγοι επανέκτησαν αυτήν. Όστις αγνοεί την περίοδον της εκ δευτέρου ελεύσεως της χάριτος, όστις δεν διήλθε τον αγώνα δια την επιστροφήν αυτής ούτος κατ’ ουσίαν δεν έχει ει μη ακρωτηριασμένην τινά πνευματικήν πείραν.
Να ενθυμήται τις πνευματικόν τι είναι δύσκολον διότι εν τη πνευματική σφαίρα ελάχιστοι εξωτερικαί μορφαί και εικόνες υπάρχουν, ώστε να στηριχθή επ’ αυτών η υλική μνήμη. Μήπως δι’ αυτόν τον λόγον ο Παντογνώστης Κύριος εκήρυξεν εις τον λαόν την διδαχήν Αυτού περί των μυστηρίων της Εκκλησίας δια παραστατικών εικόνων εκ της καθημερινής πραγματικότητος και εν παραβολαίς; … Να ενθυμήται όμως πραγματικώς την πνευματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων δύναται μόνον εκείνος όστις εβίωσεν αυτήν εκείνος εις τον οποίον εδόθη άνωθεν η υπαρξιακή γνώσις των μυστηρίων του πνευματικού κόσμου (ΑΝΑΓΩΓΗ).
Ο Γέρων … ηδύνατο μετ’ εκπληκτικής οξυδερκείας να διακρίνη την πραγματικήν αλήθειαν εκ των προσωπείων εκείνων και των φασμάτων αυτής, άτινα αφεύκτως συναντούν τον άνθρωπον αναβαίνοντα εις το όρος της Θεοπτίας.
ΜΕΡΟΣ Α’
ΜΕΡΟΣ Β’
Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού,
και το στερέωμα αναγγέλλει το έργο των χεριών Του.
Ψαλμ. 19:1
Να χαίρεσθε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το αρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους.
Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά.
Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί, να δείτε τον βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ’ το πέλαγος. Οταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε τον μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια, και η θάλασσα και το μπάνιο και το φαγητό. Όλα να τα χαίρεσθε. Όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στη μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό.
Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο άνθρωπος, τα σπίτια, τα κτίρια, μεγάλα ή μικρά, τις πόλεις, τα χωριά, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό τους. Να ρωτάτε, να ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμάσιων του Θεού. Γίνονται όλα ευκαιρίες να συνδεόμαστε με όλα καί με όλους. Γίνονται αιτίες ευχαριστίας και δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να ζείτε μέσα σε όλα, στη φύση, στα πάντα. Η φύση είναι το μυστικό Ευαγγέλιο. Οταν, όμως, δεν έχει κανείς εσωτερική χάρη, δεν τον ωφελεί η φύση. Η φύση μάς ξυπνάει, αλλά δεν μπορεί να μας πάει στον Παράδεισο.
Από το βιβλίο Γέροντος Πορφυρίου«Βίος και Λόγοι», εκδ. (6η) Ιεράς Μονή Χρυσοπηγής Χανίων, 2006, σ. 461 εξ.
Πηγή: http://euroklydon.blogspot.com/2008/02/blog-post.html
Υπάρχουν γεγονότα μέσα στη ζωή σου, που έχουν τόση δύναμη, όση ο άνεμος πάνω στις σελίδες του βιβλίου. Όπως ο άνεμος ξεφυλλίζει ένα βιβλίο χωρίς κόπο, έτσι και ένα δυνατό γεγονός φυλλομετρά τους λογισμούς και κάνει τα συναισθήματα να αποκαλύπτονται διαδοχικά στις σελίδες του βιβλίου της καρδιάς. Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008 και το γεγονός ανοίγει τους ασκούς του και ο αέρας του γυρίζει τις σελίδες του νου προς τα πίσω. Εικόνες γεμάτες από το χρώμα της θάλασσας, τις μυρωδιές της, και ένα νέο επίσκοπο, τον Χαλκίδος Νικόλαο, με μεγάλα εκφραστικά μάτια, που μοιάζουν σα πηγές που από μέσα τους ξεχύνεται η αρετή. Αυτός ο επίσκοπος έγινε στήριγμα για το μικρό τότε δέντρο, τον π. Ιερώνυμο, που μόλις είχε φυτευτεί στον κήπο της ιερωσύνης. Το άλλο γερό στήριγμα που κράτησε το δέντρο αταλάντευτό από το δυνατό μελτέμι του κόσμου ήταν ο γέροντας επίσκοπος Νικόδημος. Αυτός που ως άλλος κρυφός μαθητής του Ιησού, κρυφά ύφαινε της αρετής τον χιτώνα. Αυτός ο γέροντας, αφού φτερά πνευματικά, με τη μοναχική κουρά, έδωσε στον π. Ιερώνυμο, τον άφησε να πετάξει γύρω από το θυσιαστήριο του Εσφαγμένου Αρνίου.
Ο χρόνος, γρήγορα και αθόρυβα, τις σελίδες γυρίζει. Οι εικόνες αλλάζουν. Η θάλασσα, σε άγονο βουνό, τη θέση της δίνει. Ο π. Ιερώνυμος ηγούμενος στο μοναστήρι του Σαγματά. Άγονος τόπος. Το μόνο που κατάφερε να φυτρώσει και να θεριέψει: το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ποτισμένο με τους καταρράχτες των δακρύων του οσίου Κλήμη, του οσίου Γερμανού και πολλών αγίων ασκητών που η βαθειά ταπείνωση τους έσβησε το όνομά τους από την ιστορία του κόσμου και το χάραξε στη μνήμη του Θεού. Μόνος ο π. Ιερώνυμος στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι. Ένα απόγευμα που κουβαλούσε τσιμέντο, για να γιατρέψει και να κλείσει τα τραύματα που ο χρόνος και η εγκατάλειψη προξένησαν, τον πλησιάζει ένας γέροντας.
- Ευλογείτε γέροντα, είπε ο ηγούμενος.
- Ο Κύριος, απάντησε ο ταπεινός λευίτης. Τι κάνεις εδώ πάτερ μου;
- Προσπαθώ να φτιάξω το μοναστήρι, αλλά είμαι μόνος δεν έχω βοήθεια και η απελπισία συχνά με επισκέπτεται. Νομίζω ότι ο κόπος χαμένος είναι.
- Μην απελπίζεσαι π. Ιερώνυμε. Εσύ φτιάχνε φωλιές και ο Θεός θα σου στέλνει πουλιά.
- Ποιος είσαι γέροντα;
- Ο αμαρτωλός Πορφύριος είμαι, είπε ο γέροντας καθώς απομακρυνόταν, μην απελπίζεσαι, την ευχή σου.
Ο χρόνος γύρισε πάλι τις σελίδες. Ο λόγος του γέροντα έγινε γεγονός. Πολλές φωλιές έφτιαξε ο π. Ιερώνυμος. Φωλιές που δεν προλάβαινε να τελειώσει και έρχονταν τα πουλιά του Θεού. Εκείνα που έμελλέ να υμνούν και να δοξολογούν το Άγιο όνομά Του. Δεν φρόντιζε μόνο για τις πνευματικές φωλιές αλλά και για τους κατοίκους τους. Πόσες φορές μέσα στα χιόνια φορτωμένος με προμήθειες δεν έφτανε μέχρι τα αποκλεισμένα από την κακοκαιρία μοναστήρια. Πάλι οι σελίδες γυρίζουν. Ο όσιος Κλήμης που από το μοναστήρι του άρχισαν της ζωής τα σημάδια να φαίνονται, στέλνει δώρο στον άλλο μεγάλο ασκητή, τον όσιο Λουκά, τον Ιερώνυμο. Στο μοναστήρι του στο Στείρι ακούγονται μόνο τα βήματα των ηλικιωμένων πατέρων να σέρνονται από τα ταπεινά κελιά της ανθρώπινης μετάνοιας στο μεγαλόπρεπο ναό της δόξας του Θεού. Πώς να σταθείς μέσα σε τόσους ηλικιωμένους; Πάλι η απογοήτευση πλησίασε το λογισμό του π. Ιερωνύμου. Αλλά πριν κυριεύσει η απόγνωση το λογισμό η ελπίδα έγινε τείχος απόρθητο. Τον πλησιάζει ένας γέροντας του σφίγγει το χέρι μέσα στο δικό του γέρικο χέρι, με όση δύναμη έχει ξεχάσει ο χρόνος να του αφαιρέσει και του ψιθυρίζει:
- Μη φοβάσαι πάτερ. Δε θα σε κουράσουμε πολύ. Έχει δώσει ο όσιος πατέρας μας, ο Λουκάς, σε μας τα γεροντάκια του, μια ευχή. Να φεύγουμε για τη Βασιλεία του Θεού στο πόδι. Θα δεις. Το βράδυ θα αρρωσταίνουμε και μέχρι το πρωί θα έχουμε φύγει… μείνε εδώ να έχεις την ευχή μας…
Έτσι κι έγινε, όπως μαρτυρούν και οι επόμενες σελίδες. Οι μεγάλοι έφευγαν όπως ο όσιος όριζε. Έρχονταν οι νεότεροι. Και όταν σύγχρονοι εικονομάχοι θέλησαν να πάψει να καπνίζει το θυμιατό και οι καρδιές των πατέρων να προσεύχονται, ο π. Ιερώνυμος δεν δίστασε να αμπαρωθεί στο μοναστήρι και να εμποδίσει τη νέα ευγενική επιδρομή. Όταν και το πολυβασανισμένο σκήνωμα του οσίου επέστρεψε στο μοναστήρι του πληροφόρησε τις καρδιές των ευσεβών: «Αυτόν που με τίμησε θα τον τιμήσω».
Οι σελίδες γυρνούν γρήγορα. Ο γέροντας Νικόδημος νιώθει ότι οι ρίζες του μία – μία, αργά – αργά βγαίνουν από το χώμα της γης αυτής για να μεταφυτευτούν στο περιβόλι του ουρανού. Θέλει και εκείνος να δει τον επόμενο κρίκο της αποστολικής διαδοχής. Δίνει την ποιμαντική ράβδο στα χέρια του π. Ιερωνύμου, και μέχρι την ολοκλήρωση του ενάρετου επίγειου βίου του συνέχιζε να στηρίζεται στο κομποσκοίνι. Αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου έχει πολλές σελίδες. Που να πρωτοσταθείς. Πολύς αγώνας. Μεγάλος κόπος. Δεν χόρτασε χρόνια ολόκληρα ύπνο ο Δεσπότης. Το κυριότερο όμως είναι πως το ύψος του θρόνου δεν τον έκανε να βλέπει τους άλλους από ψηλά. Συνέχισε να είναι ο π. Ιερώνυμος που στη σκιά του χωρούσε και μπορούσε να αναπαυθεί όποιος αναζητούσε ξεκούραση.
Είναι αδυσώπητος ο χρόνος. Δε σταματάει πουθενά. Δε χαρίζει στις καλές σελίδες ούτε λεπτό. Μια δυο σελίδες έχουν την οσμή της συκοφαντίας. Σα σκοτεινό σύννεφο απειλεί να σκιάσει τα πάντα. Τα πάντα εκτός από τον ήλιο της γαλήνης του αθώου. Δεν σκιάχθηκε ο Δεσπότης. Δεν ταράχτηκε. Γνωρίζει καλά πως το ψέμα δεν ευδοκιμεί στο χώρο της αλήθειας, στην Εκκλησία του Χριστού.
28 Απριλίου 1998. Ήταν παραμονή του ελεήμονα αγίου επισκόπου της Θήβας Ιωάννη του Καλοκτένη. Ήταν η ημέρα που ο άγιος επίσκοπος Ιωάννης, ψιθύρισε στον π. Ιερώνυμο να μείνει λίγο ακόμα. Δεσπότης ο άγιος και γνώριζε ότι η επαρχία που και αυτός πριν από αρκετούς αιώνες ποίμαινε είχε ανάγκη τον π. Ιερώνυμο. Τι είναι δέκα χρόνια για το χρόνο; Ότι και το γύρισμα μιας σελίδας για ένα πολυσέλιδο βιβλίο.
Δεν μπορείς να μη σταθείς στην εικόνα ενός γέροντα με μια μεγάλη λευκή γενειάδα σα χιονισμένη βουνοπλαγιά. Είναι ο γέροντας επίσκοπος Κωνσταντίνος. Αρχές Μαρτίου 2007. Δίπλα στο κρεβάτι της ασθένειας του γέροντα ο π. Ιερώνυμος. Ο διάλογος μεταξύ τους προκαλεί συγκλονισμό σε αυτόν που στα έργα του Πνεύματος πιστεύει:
- Ιερώνυμε, είσαι ο ευεργέτης μου εδώ και 34 χρόνια.
- Τι λέτε γέροντα, εσείς ευεργετήσατε εμένα. Από παιδί σας γνωρίζω. Πόσα με έχετε διδάξει!
- Παιδί μου, τώρα που θα γίνεις Αρχιεπίσκοπος… είπε ο γέροντας με τα μάτια της ψυχής καρφωμένα στο μέλλον.
- Τελείωσαν τώρα αυτά γέροντα, όχι μόνο τελείωσαν αλλά έχουν περάσει και δέκα σχεδόν χρόνια, τον διέκοψε ξαφνιασμένος ο π. Ιερώνυμος.
- Δεν τελείωσαν Ιερώνυμε, τώρα αρχίζουν. Σύντομα θα γίνεις αρχιεπίσκοπος. Έτσι θέλει ο Θεός. Όταν θα γίνεις παιδί μου, τη δόξα του Θεού να επιδιώξεις και τη δόξα των ανθρώπων να μισήσεις. Με την ευχή μου!
Και πάλι ο λόγος γεγονός έγινε. Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008. Αυτή τη μέρα που η Εκκλησία τιμά τον όσιο Λουκά τον εν Στειρίω, ο όσιος τίμησε τον π. Ιερώνυμο. Εκλέγεται την Αρχιεπίσκοπος γνωρίζοντας καλά ότι μετά από μια θριαμβευτική είσοδο ακολουθεί μια πορεία σταυρική.
Μέσα στις επόμενες άγραφες σελίδες του βιβλίου, το μόνο που μπορείς να διακρίνεις είναι όχι τα γεγονότα αλλά οι παρουσίες των αγίων που σπάνε τα φράγματα του χρόνου και με άνεση κινούνται από το παρελθόν στο παρόν και το μέλλον. Αυτοί θα σταθούν δίπλα του για να ανταποδώσουν σε αυτόν που τους φρόντισε τη δική τους συμπαράσταση. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς του οποίου το ναό έφτιαξε και το άγιο λείψανο από τη Δύση έφερε, σίγουρα θα ψιθυρίζει ικετευτικά στο γέροντά του, τον κήρυκα των εθνών Παύλο τον θεμέλιο λίθο της Εκκλησίας των Αθηνών, για τον π. Ιερώνυμο. Ο όσιος Κλήμης ο Αθηναίος θα τον συντροφεύει. Ο όσιος Λουκάς, που μοναχός σε μοναστήρι των Αθηνών έγινε, θα τον προστατεύει. Ο άγιος Ρούφος ο Εκλεκτός, ο άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης και ο άγιος Ρηγίνος, στις ουράνιες συνάξεις, θα παρακαλούν για τον π. Ιερώνυμο, τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και όλους τους αγίους επισκόπους της Αθήνας. Η γερόντισσα Ανθούσα και η γερόντισσα Φωτεινή ευχές για το Δεσπότη θα σιγοψέλνουν στη γερόντισσα των Αθηνών Αγία Φιλοθέη. Και όλοι εμείς οι ευεργετημένοι απ’ την αγάπη του, διαρκώς, ταπεινά θα ευχόμαστε: «Κύριε ο Θεός ημών, του πατρός καί Αρχιεπισκόπου ημών Ιερωνύμου, γήρας αυτώ τίμιον χάρισαι, μακροχρόνιον αυτόν διαφύλαξον, ποιμαίνοντα τόν λαόν Σου εν πάση ευσεβεία καί σεμνότητι».
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Πηγή: εφημ. “ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ” , 5.6.2008
Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, μια παρέα θεσσαλονικιών και αθηναίων δημοσιογράφων βρέθηκε για ένα τριήμερο στο Άγιο Όρος και διανυκτέρευσε σε ένα κελί, που κρατούσε ένας μοναχός. Στην ολονύχτια κουβεντούλα, επί παντός του επιστητού, ο γερο-μοναχός (παλιός αντάρτης του ΕΛΑΣ, που διέφυγε στο εξωτερικό για χρόνια και επέστρεψε να τελειώσει τη ζωή του στο μέρος που είχε βρει προσωρινό καταφύγιο στον εμφύλιο) έθεσε στην παρέα το ερώτημα: Ποιο θα είναι το μεγάλο πρόβλημα που θα βρει μπροστά του ο παγκόσμιος καπιταλισμός τα επόμενα χρόνια;
…Η σχεδόν ομόφωνη απάντηση ήταν «η καταστροφή του περιβάλλοντος».
Οι δημοσιογράφοι, από κεντροαριστερών έως ακροαριστερών αντιλήψεων, αγόρευαν φανατικά για να υποστηρίξουν την – κοινή – θέση τους. Για το πώς το κεφάλαιο, έχοντας ως μόνο κίνητρο και οδηγό το κέρδος, θυσιάζει αδίστακτα το περιβάλλον, τον πλούτο της φύσης, σε γη, αέρα και θάλασσα, προκειμένου να αποκομίσει κι άλλο, περισσότερο κέρδος.
Πώς καίει και οικοπεδοποιεί τα δάση, πώς χτίζει τις παραλίες, πώς δηλητηριάζει το νερό, το χώμα, τον αέρα, με δηλητήρια, λιπάσματα, μπετόν, απόβλητα, μεταλλαγμένα προϊόντα, αυθαίρετα σπίτια, ξενοδοχεία, εργοστάσια. Πώς τα κράτη σε Δύση και Ανατολή ξεπουλάνε τον φυσικό – εθνικό – ανθρώπινο πλούτο, για να τον κάνουν παράδεισο εκμετάλλευσης οι κάθε λογής «επενδυτές» και κερδοσκόποι. Πώς οι κυβερνήσεις βομβαρδίζουν στο Ιράκ, το Αφγανιστάν ή τη Γιουγκοσλαβία με «μίνι πυρηνικά» που θα σκοτώνουν και θα τερατογεννούν για γενιές.
Πώς οι πολίτες – καταναλωτές, ακολουθώντας το παράδειγμα των «μεγάλων» καταστρέφουν ό,τι «μικρό» τους βρίσκεται βολικό. Από τις πλαστικές σακούλες, τα πλαστικά φαγητά μέχρι τα «θηριώδη» Ι.Χ. που κατακλύζουν τους δρόμους και τα αυθαίρετα που χτίζουν σε καμένα δάση και πάνω στο κύμα.
Αυτά κι άλλα πολλά αράδιασαν οι φίλοι δημοσιογράφοι, με ευγλωττία, που υποστηριζόταν δυναμικά από το εξαιρετικό ρακί παραγωγής του γερο-μοναχού. Ο οποίος, ενώ η ώρα του όρθρου είχε παρέλθει, χωρίς το αντίστοιχο τελετουργικό του Αγίου Όρους, είπε «ευλογώντας» το τελευταίο καραφάκι: «Ρε κορόιδα δημοσιογράφοι, ο καπιταλισμός, την προστασία του περιβάλλοντος θα την κάνει βιομηχανία. Θα λανσάρει καινούργια αυτοκίνητα, καινούργιες μορφές ενέργειας, καινούργιες τεχνολογίες, κανούργια προϊόντα οικολογικά, κάθε είδους. Και θα μας βάλει να τα αγοράζουμε, να τα χρησιμοποιούμε, να τα επιδοτούμε. Αυτοί που καταστρέφουν σήμερα το περιβάλλον, αύριο θα απαιτούν να τους πληρώσουμε για να το σώσουν.
«Και τότε ποιο θα ‘ναι το μέγιστο πρόβλημα, γέροντα, τα χρόνια που ‘ρχονται» ρώτησαν. «Οι ορδές των πεινασμένων στον τρίτο κόσμο και των φτωχών και ανέργων στον ανεπτυγμένο» απάντησε ο γέρος και καληνύχτισε, στραγγίζοντας το ποτήρι του. «Ευλογημένο να ‘ναι» μουρμούρισε.
Ο γέρος ζει ακόμα (κοντά στα 87) και η «προφητεία του» κοντεύει να εκπληρωθεί. Εξάλλου το «νέφος είναι πολιτικό», που είπε και ο συγχωρεμένος ο Τρίτσης.
Πρώην Gay; – Μια Διαχρονική Μελέτη για την Θρησκευτικά Υποβοηθούμενη
Αλλαγή στον Σεξουαλικό Προσανατολισμό
Του George A. Rekers, Ph.D., Th.D., FAACP τ. Καθηγητού Νευροψυχιατρικής και Επιστημών Συμπεριφοράς της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νοτίου Καρολίνας των ΗΠΑ.
http://www.narth.com/docs/rekersrev.html

Πρόκειται σαφώς για την καλύτερη μέχρι στιγμής επιστημονική μελέτη περί αλλαγής του ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού και περί του πόσο οι απόπειρες για μια τέτοια αλλαγή είναι έμφυτα επικίνδυνες. Οι ισότιμοι ακαδημαϊκοί συνάδελφοί μου θεώρησαν αυτή την έρευνα ως την πλέον αυστηρή και καλοσχεδιασμένη μέχρι στιγμής εμπειρική μελέτη επί του θέματος. Η μελέτη αυτή ανταποκρίνεται απόλυτα στα υψηλά μέτρα έρευνας που έχει θέσει ο Σύνδεσμος Αμερικανών Ψυχολόγων (American Psychological Association), ήτοι, πως τα άτομα πρέπει να αξιολογηθούν με έγκυρο τρόπο, να παρακολουθηθούν, και να καταγράφονται επισταμένως, βάσει ενός προβλεπόμενου, διαχρονικού σχεδίου αποτελεσμάτων.
Χρησιμοποιώντας τα ευρύτερα αποδεκτά, καθιερωμένα ψυχολογικά μέτρα, οι Jones και Yarhouse βρήκαν ακλόνητες αποδείξεις πως ομοφυλοφιλικός προσανατολισμός δύναται να αλλαχθεί σημαντικά. Και η προσεκτική τους έρευνα δεν βρήκε καμία απόδειξη πως από την απόπειρα μιας τέτοιας αλλαγής προκύπτει άμεσα η οποιαδήποτε πνευματική ή ψυχολογική ζημιά. Επειδή ακριβώς τόσοι πολλοί κοσμικοί ψυχολόγοι και ψυχίατροι εσφαλμένα υπέθεταν το αντίθετο αυτών των ξεκάθαρων επιστημονικών ευρημάτων, η ανατρεπτική αυτή επιστημονική μελέτη θέτει ένα νέο ορόσημο στον χώρο της θεραπευτικής αλλαγής για τον ανεπιθύμητο ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό.

Mark A. Yarhouse, Psy.D. Stanton L. Jones, Ph.D.

Mark A. Yarhouse, Psy.D.
Δεδομένων των πρακτικών περιορισμών που αντιμετωπίζει ο κάθε επιστήμονας σε τέτοιου είδους έρευνα, οι Jones και Yarhouse εφάρμοσαν ένα σχέδιο προοπτικής και διαχρονικής έρευνας που ανταποκρίνεται στα ευρύτερα αποδεκτά επαγγελματικά στάνταρ. Οι συγγραφείς αυτής της μελέτης είναι επιφυλακτικοί, βασίζουν δε τα συμπεράσματά τους μονάχα στα συστηματικά συγκεντρωμένα και δεόντως αναλελυμένα επιστημονικά δεδομένα. Οι Jones και Yarhouse αξιολόγησαν άτομα που ανταποκρίνονταν σε αρκετά αυστηρά στάνταρ «ομοφυλοφιλικότητας», χρησιμοποιώντας κάθε καθιερωμένη μέθοδο καταγραφής σεξουαλικού προσανατολισμού η οποία να διαθέτει εμπειρική υποστήριξη σε παλαιότερη επιστημονική έρευνα, καθώς και καθιερωμένες ψυχολογικές μεθόδους μέτρησης αγωνίας και πνευματικότητας, ανάμεσα στις καλύτερες που υπάρχουν σήμερα.
Η μελέτη αυτή υποδεικνύει με πειστικές επιστημονικές αποδείξεις πως οι επεμβάσεις της [σημ. ΟΟΔΕ: Προτεσταντικής] Χριστιανικής διακονίας της «Exodus International» παρήγαγαν ισχυρές και ουσιαστικές αλλαγές στον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό σε μεγάλο ποσοστό ατόμων. Επί πλέον, αυτή η προσεκτική κλινική έρευνα σε ένα σημαντικό αριθμό ατόμων δε απέδωσε αποδείξεις που να υποστηρίζουν την κοινή πεποίθηση πως οι απόπειρες αλλαγής του σεξουαλικού προσανατολισμού προξενούν βλάβη ή ψυχολογική αγωνία.
Μήνυμα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ για την Ημέρα του Περιβάλλοντος (5η Ιουνίου 2008 )
Το φυσικό περιβάλλον δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο οίκος του Θεού μέσα στον οποίο τοποθέτησε τον άνθρωπο, για να ζήσει και να διαχειρίζεται τα υλικά αγαθά που του προσφέρει. Για να απολαμβάνει αυτά τα αγαθά, πρέπει να ζει μία πνευματική ζωή, που ορίζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Στ´ 53) : «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Το ακούμε στη Θεία Λειτουργία όπου ο Ιερέας καλεί τους πιστούς για να κοινωνήσουν «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης».
Τι σημαίνει για να κοινωνήσουν; Σημαίνει ότι μετανοούν για την αλλοίωση της θείας εικόνας την οποία φέρουν, και προσπαθούν να ζήσουν αυτήν την πνευματική ζωή. Άλλωστε η μετάνοια, η εξομολόγηση και η κοινωνία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η προσέγγιση στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, που μας δίνεται δια του Σταυρικού Του Θανάτου, ώστε να ζούμε αυτή την ζωή. Το παράδειγμα τούτο της ζωής του Θεανθρώπου πρέπει να ακολουθεί ο άνθρωπος για να μπορεί να απολαμβάνει τα υλικά αγαθά του φυσικού περιβάλλοντος. Αν ζει κατά σάρκα, κατά επιθυμία σαρκός, τότε δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να ρυπαίνει το περιβάλλον, που καταλήγει έτσι σε ένα αυτοκαταστρεφόμενο σύστημα και για τον ίδιο τον άνθρωπο και για το περιβάλλον.
Κατά τη σημερινή ημέρα, αλλά και κάθε ημέρα, πρέπει να σκεπτόμαστε πως οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε έναντι του περιβάλλοντος ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί και υπεύθυνοι πολίτες. Συνήθως μιλώντας για το περιβάλλον εννοούμε τους συνανθρώπους μας, την οικογένεια, τους φίλους, την κοινωνία. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα της εποχής μας, να αγνοούμε το φυσικό περιβάλλον, να υποτιμάμε και να περιφρονούμε την αξία του, να θεωρούμε, ότι είναι όχι φιλικό προς εμάς, αν και όχι εχθρικό, ότι έχει δημιουργηθεί μόνο για να εξυπηρετεί τη βούλησή μας. Ότι δηλαδή είναι αντικείμενο το οποίο μας επιτρέπεται να το αλλοιώνουμε προκειμένου να το προσαρμόζουμε στις δικές μας ανεξέλεγκτες και ατέρμονες ανάγκες και επιθυμίες.
Με επικρατούσα τη λογική αυτή είναι επόμενο σε όλα τα επίπεδα της ζωής στον Πλανήτη μας, σε μάκρο- και μικροκλίμακα, να υπάρχει ανησυχητική επιβάρυνση του περιβάλλοντος και να αυξάνεται η σκληρότητα και η βαρβαρότητα στη ζωή μας. Τα μεγάλα και τα μικρά δάση καίγονται, οι θάλασσες ρυπαίνονται, ο αέρας μολύνεται, η ξηρά αλλοιώνεται από τεράστια έργα που εξυπηρετούν την οικονομική ανάπτυξη, οι πόλεις τσιμεντοποιούνται, η ύπαιθρος ερημώνεται από ανθρώπους, αφού αυτοί προτιμούν τον αστικό τρόπο ζωής, το πόσιμο νερό με δυσκολία εξυπηρετεί τις ανάγκες του συσσωρευόμενου στις πόλεις πληθυσμού.
Τις τελευταίες δεκαετίες και στον ελλαδικό χώρο ξεκίνησε να αναπτύσσεται ένας ευρύτερος προβληματισμός σχετικά με όλες τις επιβλαβείς συνέπειες που προκαλούν οι τοξικές ουσίες στο φυσικό περιβάλλον και κυρίως στους φυσικούς πόρους ζωής, όπως είναι το έδαφος, το νερό, η ατμόσφαιρα, τα οποία πρωτογενώς παρέχουν ζωή στον άνθρωπο, αλλά και στους διαφόρους οργανισμούς που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό.
Η αρχή την οποία πρέπει να εφαρμόσει ο άνθρωπος για να σεβασθεί το περιβάλλον, είναι η αρχή της αγάπης. Ο άνθρωπος σήμερα, που δε σέβεται αυτή την αρχή, ρυπαίνει το περιβάλλον. Ρυπαίνει το περιβάλον, διότι δεν σέβεται τον εαυτόν του, αλλά και τον συνάνθρωπό του.
Πού οδηγείται η κοινωνία σήμερα, αποτελεί το μεγάλο ερωτηματικό, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο, γιατί η Εκκλησία διακηρύσσει «ζήσε την σωματική σου ζωή σύμφωνα με τους κανόνες και δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς»• μάλιστα δίνει και τα μέσα, όπως θα δούμε στην προς Ρωμαίους επιστολή (Στ´ 22) «Νυνί δε ελευθερωθέντες από της αμαρτίας, δουλωθέντες δε τω Θεώ, έχετε τον καρπόν υμών εις αγιασμόν, το δε τέλος ζωήν αιώνιον». Αυτό σημαίνει ότι, αν ζούμε σαν πνευματικοί άνθρωποι θα έχουμε τον καρπόν εκείνον, ο οποίος προέρχεται από τον αγιασμό που οδηγεί στην αιώνιο ζωή.
† Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Πρόεδρος
Του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Πηγή: Πάντα τα έθνη. Τριμηνιαίο ιεραποστολικό περιοδικό της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτος ΚΔ’, τεύχος 94, Απρίλιος – Μάϊος – Ιούνιος 2005, σελίδα 15
http://www.floga.gr/51/2005/20055101.asp
Μπορεί μια τοπική ορθόδοξη εκκλησία να επιθυμεί να έχει ενεργό ρόλο στην οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας προς τα έθνη, αν:
1) Συμπεριφέρεται εθνικιστικά (π.χ. «Έξω η Τουρκία από την Ενωμένη Ευρώπη»),
2) Δέν σέβεται την κανονικότητα στις σχέσεις με τις άλλες τοπικές εκκλησίες και τα Πατριαρχεία,
3) Νομίζει πώς είναι δυνατή κοινή αποστολική μαρτυρία, σε συνεργασία με αιρετικές ομολογίες,
4) Φιμώνει τον ελεύθερο, αλλά και βαθύ θεολογικό λόγο των πλέον αξιολόγων και αξιοσεβάστων κληρικών της (π.χ. π. Γ.Μ. και π. Θ.Ζ.),
5) Αποφασίζει μονομερώς πάνω σε θέματα δογματικά αγνοώντας τον πανορθόδοξο τρόπο λήψεως αποφάσεων παρομοίας υφής θεμάτων (π.χ. δωρεά οργάνων),
6) Αυτοδιαφημίζεται για όλα τα καλά της έργα,
7) Δημιουργεί εκκλησιολογικό κατακερματισμό, επιτρέποντας ανεξέλεγκτη λειτουργία πλήθους οργανώσεων και σωματείων,
8 ) Χρησιμοποιεί επικοινωνιολόγους στό μοναδικό χώρο, που δεν είναι χρήσιμοι, αφού η Εκκλησία διδάσκει την έννοια της κοινωνίας εκ τού πρωτογενούς τριαδολογικού χαρακτήρα της;
