Πίστεψε στην Παναγία και θα….περάσεις στο Πανεπιστήμιο

 Έφτασε ο καιρός των εξετάσεων, περίοδος εξαιρετικά δύσκολη για τους μαθητές αλλά και για τους οικείους τους. Το σύστημα των εξετάσεων, σκληρό, εξουθενωτικό, φέρνει στα όρια τους όλους τους εμπλεκόμενους. Πολύ φυσικό λοιπόν, για πολλούς πιστούς, να καταφεύγουν στην προσευχή και στο Θεό.

 Τις τελευταίες ημέρες, γίναμε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς και αισχρής επίθεσης στην πρακτική της προσευχής αλλά και την πίστη γενικότερα,  με αφορμή μια αφίσα ενός ναού της Ιεράς Μητροπόλεως  Νέας Σμύρνης, η οποία προέτρεπε τους πιστούς που εμπλέκονται στη διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων, να κάνουν Παράκληση προς την Παναγία την παραμονή των εξετάσεων. 

Αμέσως, κυκλοφόρησαν σε διάφορα μπλογκς και ιστοσελίδες, αναφορές στην συγκεκριμένη αφίσα, με άκρως παραπλανητικούς και ειρωνικούς τίτλους, όπως «Πίστεψε στην Παναγία για να περάσεις στο Πανεπιστήμιο», «Να η λύση για σίγουρη επιτυχία στις εξετάσεις», «Προσευχή και ΟΧΙ διάβασμα» και διάφορα άλλα φαιδρά.
Θεωρούμε λοιπόν απαραίτητο να διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα σχετικά με την προσευχή και εν προκειμένω την Ορθόδοξη.
Καταρχήν, για το πώς πρέπει να προσεύχεται ο Χριστιανός, μας το δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός. Όταν του ζήτησε ένας μαθητής να τους διδάξει σχετικά, ο Χριστός μας παρέδωσε την Κυριακή Προσευχή, το γνωστό «Πάτερ ημών».  Λκ 11, 1-4, Μτθ 6, 10-13. Σίγουρα, οι περισσότεροι θεωρούν ότι γνωρίζουν την προσευχή απ’ έξω και ανακατωτά, μάλλον όμως οι περισσότεροι δεν έχουν καταλάβει το πραγματικό της νόημα. Ας την δούμε λοιπόν εν συντομία:
«Πατέρα μας, Εσύ που βρίσκεσαι στους ουρανούς, ας αγιαστεί το όνομα σου, ας έλθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημα Σου, επάνω στη γη, όπως γίνεται και στους ουρανούς.
Δώσε μας το ψωμί μας για σήμερα και συγχώρεσε μας για ό,τι φταίξαμε, όπως ακριβώς και εμείς συγχωρούμε αυτούς μας έφταιξαν και μην επιτρέψεις να πέσουμε σε πειρασμό, αλλά σώσε μας από το κακό.»

Αυτό που πρώτα από όλα πρέπει να τονιστεί, είναι πως σε αυτή την προσευχή ΔΕΝ υπάρχει το εγώ, αλλά το εμείς. Δεν επιτρέπεται στον σωστό Χριστιανό να ζητά μόνο για τον εαυτό του, ούτε να σκέφτεται εγωιστικά. Άρα, το να προσευχηθούμε σε μια δύσκολη περίπτωση όπως είναι οι εξετάσεις, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, πως αντικείμενο της προσευχής μας, πρέπει να είναι η ικανοποίηση των δικών μας αιτημάτων, εις βάρος μάλιστα των αιτημάτων των άλλων συνυποψήφιων μας. Για να το πούμε λιγάκι πιο λαϊκά, δεν μου ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ να τολμήσω να προσευχηθώ για να τα έχω καλά με τον «Μεγάλο» και ας πάνε στα τσακίδια όλοι οι άλλοι. Πόσω μάλλον στις Πανελλαδικές εξετάσεις, όπου η επιτυχία η δική μου, προϋποθέτει την αποτυχία κάποιων άλλων.

Κατόπιν, πρέπει να γίνει κατανοητό, πως το πρώτο και σημαντικότερο πράγμα όλων για το Χριστιανισμό, είναι η σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου. Δεν είναι η καλοζωία, η καλοπέραση, η βολεψιά. Ο ίδιος ο Χριστός “υποσχέθηκε” στους πιστούς του: «Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη· αλλά, να έχετε θάρρος· εγώ νίκησα τον κόσμο.» Ιω 16,32. Προέχει λοιπόν η σωτηρία της ψυχής. Για αυτό και τα πρώτα αιτήματα της Κυριακής προσευχής, είναι η έλευση της βασιλείας του Θεού επάνω στη γη και σε εμάς. Ζητάμε λοιπόν να γίνει το θέλημα του Θεού – το οποίο φυσικά συμπίπτει με τη σωτηρία μας – και όχι να γίνει το δικό μας θέλημα.

Για να γίνουν λιγάκι πιο κατανοητά τα παραπάνω, ένας μη πιστός, βλέποντας έναν πιστό να προσεύχεται εν προκειμένω πριν τις Πανελλαδικές εξετάσεις, θα πρέπει να έχει υπόψη του, πως ο πιστός κανονικά ΠΡΕΠΕΙ να ζητά, να γίνει το θέλημα του Θεού και σε αυτή την περίπτωση.

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Δεν πρέπει να ζητά να περάσει στο Πανεπιστήμιο, όπως αφελώς και κακόβουλα θεωρούν ορισμένοι, αλλά πρέπει να ζητά την επέμβαση του Θεού και την εφαρμογή του θείου θελήματος σε αυτή την δύσκολη περίοδο των εξετάσεων και όχι το δικό του θέλημα.

Αυτό πρακτικά σημαίνει, πως ενδεχομένως  να ζητά από το Θεό και ΝΑ ΜΗΝ τον βοηθήσει στις εξετάσεις, όπως θα νόμιζε ένας μη πιστός. Π.χ εγώ έχω μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, που από τα πολύ νεαρά μου χρόνια, μου επέβαλλε την επιθυμία να σπουδάσω γιατρός. Μπορεί να με πότισαν οι γονείς μου τόσο πολύ με αυτό το όνειρο, ώστε να θέλω σαν τρελός να γίνω γιατρός. Πόσες και πόσες φορές, όσοι είμαστε εκπαιδευτικοί, δεν βλέπουμε τέτοιες περιπτώσεις;

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως κάνουν όλοι για γιατροί, ασχέτως και αν μπορούν να μαζέψουν τα απαιτούμενα μόρια. Δεν σημαίνει, ότι εφόσον μπορώ να περάσω στην Ιατρική, αυτό είναι και καλό και για την ψυχή μου.

Τι γίνεται λοιπόν; Πρέπει ή δεν πρέπει να προσευχηθώ; Πρέπει ή δεν πρέπει να διαβάσω και να προσπαθήσω όσο περισσότερο μπορώ;

Η απάντηση είναι πολύ απλή. Είμαστε απλοί, ατελείς άνθρωποι. Με το φτωχό μας ή με το πλούσιο μυαλό μας, διαμορφώσαμε μια άποψη για το τι θέλουμε να κάνουμε και να επιτύχουμε στη ζωή μας. Επικεντρωνόμαστε λοιπόν στο στόχο μας και προσπαθούμε, όσο περισσότερο και καλύτερα μπορούμε. Ας μην αυταπατάται ΚΑΝΕΙΣ. Ρίχνοντας το στην προσευχή μόνο, χωρίς καμία προσπάθεια, με την τεμπελιά, το ρεμπελιό, δεν μπορεί κανείς να επιτύχει τίποτα. Οι πατέρες της Εκκλησίας έλεγαν χαρακτηριστικά: « Δος αίμα και λάβε Πνεύμα». Δίνοντας λοιπόν αίμα, δηλαδή προσπαθώντας όσο μπορούμε, πρέπει να ζητούμε ταυτόχρονα την αποκάλυψη του θείου θελήματος στην καθημερινότητα μας.

Με την προσευχή μας, όμως, δεν ζητάμε να πάρουμε μεγαλύτερο βαθμό.  Με την προσευχή μας, «δίνουμε την άδεια» στο Θεό – να μην ξεχνάμε ποτέ πως το αυτεξούσιο του ανθρώπου  είναι πάντοτε σεβαστό –  να επέμβει στη ζωή μας. Όχι φυσικά εις βάρος των άλλων, αλλά για το καλό της ψυχής μας και ας είναι εις βάρος  ορισμένες φορές, των μέχρι εκείνης της στιγμής ονείρων μας.

Βέβαια, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, το θέμα της επαγγελματικής αποκατάστασης δεν είναι καθόλου μικρό, ούτε παραβλέπεται ως αμελητέο. Στην ίδια την Κυριακή Προσευχή, λίγο παρακάτω μιλά και για το ψωμί μας. Σεβαστό και αυτό απόλυτα. Μόνο, που για έναν πιστό ισχύει ο λόγος του Χριστού: «Ζητάτε πρώτα τη βασιλεία τού Θεού, και τη δικαιοσύνη του· και όλα αυτά (τα υλικά χρειαζούμενα) θα σας προστεθούν»  Μτθ 6,33, Λκ 12,31.

Ο ίδιος ο Χριστός, στην προσευχή του λίγο πριν το μαρτύριο Του, ζήτησε αν είναι δυνατόν να μην πιει από αυτό το πικρό ποτήρι. Αμέσως όμως, ζήτησε να γίνει το θέλημα του Πατρός και όχι του ιδίου.

Το έκανε ο ίδιος ο Χριστός, δεν πρέπει ανάλογα να φερθεί και ένας που θέλει να ονομάζεται Χριστιανός;

Καλή επιτυχία στους διαγωνιζόμενους, πρωτίστως πνευματική.

 

Υ.Γ

Σχόλιο από το blog Νεκρός για τον Κόσμο που αναδημοσίευσε το παρόν άρθρο.

 Ειδική λειτουργία για τους υποψήφιους στις εξετάσεις κάνει εδώ και αρκετά χρόνια και η Μητρόπολη του τόπου όπου μένουμε.

Δεν το βρίσκω κακό, αντίθετα πολύ καλό. Μέσα στις προετοιμασίες του ανθρώπου σίγουρα είναι και η προσευχή. Άλλωστε και το να κάνει το σταυρό του κάποιος πριν αρχίσει να γράφει (ποιος από μας δεν το έκανε;), προσευχή για θεία βοήθεια είναι.

Αυτοί που μιλούν για… σκοταδισμό (!!!) ενώ η Εκκλησία ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΗΘΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ τα παιδιά μας, που τους έχει φορτώσει ένα παράλογο βάρος το ψυχοκτόνο και εθνοκτόνο σύστημα Παιδείας, είναι (επιεικώς) για φάπες. Ο Θεός να τους συχωρέσει.

Η συμμετοχή σε αυτές τις λατρευτικές εκδηλώσεις νομίζω πως προσφέρει στο νέο και στην οικογένειά του πνευματική ανάταση και γαλήνη, τον αποφορτίζει – πιθανώς ή ώς ένα βαθμό – από το άγχος, που συχνότατα ξεπερνά κάθε λογικό όριο, και επιπλέον ίσως είναι ευκαιρία να πάνε στην εκκλησία κάποιοι που συνήθως δεν πάνε.
ΒΕΒΑΙΩΣ, πρέπει η Εκκλησία και οι πνευματικοί, αλλά και οι θεολόγοι κτλ, να ξεκαθαρίζουν αυτά που πολύ ορθά, κατά τη γνώμη μου, τονίζει ο αρθρογράφος μας.

Η συμμετοχή στην παράκληση ή τη λειτουργία ή ό,τι άλλο, πρέπει να περιέχει και την επίγνωση ότι παρακαλούμε μεν, αλλά γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε, που είναι πιο σοφό και ορθό από το δικό μας (απείρως). Επίσης ότι μπορεί κάποιος άλλος να πρέπει να μπει εκεί που θέλουμε εμείς αντί για μας – ενώ ο Κύριος ίσως θέλει να μπούμε κάπου αλλού για λόγους που Εκείνος ξέρει ή να μη μπούμε πουθενά, πάλι για λόγους που Εκείνος ξέρει. Εμείς ξέρουμε τι θέλουμε, ή τι θέλουν οι δικοί μας για μας, Εκείνος όμως ξέρει τι στ’ αλήθεια ΘΑ ΜΑΣ ΩΦΕΛΗΣΕΙ.
Έτσι, δεν είναι μαγεία (πήγα στην παράκληση => θα περάσω / αλλά, αν δεν περάσω… αλίμονο στο Θεό που με απογοήτευσε!!!).

Υπενθυμίζω ότι ο άγ. Λουκάς ο Ιατρός είχε κλίση στη φιλολογία, αλλά πήγε Ιατρική μόνο και μόνο επειδή έβλεπε τη δυστυχία του ρωσικού λαού και είχε θείο – και ταπεινό – πόθο να τον βοηθήσει. Αυτό έχει σημασία, κατά τη γνώμη μου,για το πώς βλέπουμε την εισαγωγή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και με τι κίνητρο παρακαλούμε το Θεό να μας βοηθήσει ή να βοηθήσει τα παιδιά μας, αν είμαστε γονείς!!

Εξάλλου, αν δε διαβάζουμε όπως πρέπει, δεν είναι τίμιο να μας βοηθήσει ο Θεός, εκτός αν είχαμε λόγους ανωτέρας βίας, π.χ. ασθένεια δική μας ή κάποιου δικού μας, ή θάνατο
Τέλος, καλή και άριστη είναι η συμμετοχή μας σε μια παράκληση ή λειτουργία (καλή πρώτιστα για τη σωτηρία μας και δευτερευόντως για το συγκεκριμένο “κάτι” που ζητάμε απ’ το Θεό), αλλά ας είναι μια αρχή για μια πιο συνεπή χριστιανική ζωή κι όχι “πίστη” της ανάγκης και μετά αδιάφορη ζωή, χωρίς Χριστό... Αυτή η ρηχή πίστη της ανάγκης, αν και είναι μια ανθρώπινη αδυναμία (μέσα σε τόσο πολλές που έχουμε), και άρα ώς ένα βαθμό συγγνωστή, όμως είναι δεισιδαιμονία, ευρέως μάλιστα διαδεδομένη… Και ως δεισιδαιμονία ελάχιστα ή καθόλου μπορεί να μας βοηθήσει σε κάτι.

Αυτές τις σκέψεις κάνω.
Εύχομαι ολόψυχα, ο Θεός να βοηθήσει λοιπόν όλα τα σταυρωμένα παιδάκια του κόσμου, διά της Θεοτόκου και πάντων των αγίων, κατά το θέλημά Του το άγιο…

Επισκεφτείτε, αν θέλετε, το αφιέρωμά μας:
Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός… άλλου τύπου!

Πώς προσεγγίζομε τους αγίους

του Αρχιμ. Ελισαίου,

Καθηγουμένου   
Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας
 Ένας πολύσοφος σύγχρονος ιεράρχης είπε τον εξής λόγο: «Είναι μεγάλος άθλος να βρίσκεσαι και να ζεις κοντά σε ένα Άγιο. Απαιτεί μεγάλη ταπείνωση και θέλει άκρα προσοχή». Τον δικαιολογώ απολύτως και συμφωνώ μαζί του. Για ποιό λόγο; Ο Άγιος βρίσκεται σε θέση υπεροχής έναντι του εισέτι αγωνιζομένου να εγγίσει τα κράσπεδα του Θεού. Έχοντας ήδη αποκτήσει τον νουν Χριστού και αγόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, φαίνεται πολλές φορές ακατανόητος για το πώς σκέπτεται και το πώς ενεργεί Φυσικά δεν είναι απαλλαγμένος από τα συγγνωστά πάθη, της ανάγκης του ύπνου, του φαγητού, των σωματικών ασθενειών. Ούτε πάλι στολίζεται με όλα μαζί τα χαρίσματα του Θεού, αφού κατά τη χωρητικότητα της ιδιοπροσωπίας του δέχθηκε και το πλήρωμα των ειδικών χαρισμάτων, όπως αναλύει σε βάθος και με οξυδέρκεια ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Όμως, και στο πεδίο των φυσικών και συγγνωστών παθών διαφέρει ο Άγιος από τον μη άγιο στην αντιμετώπισή τους, που είναι πάντα σύμφωνη με το θέλημα του Θεού και ενεργείται στο επίπεδο του Πνεύματος.
 Με την προϋπόθεση αυτή, όποιος βρίσκεται κοντά ή πλησιάζει ένα Άγιο, για να μη σκανδαλισθεί από την εν γένει βιοτή του, πρέπει να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδος υπερηφάνειας και ανθρωπαρέσκειας. Νομίζω ότι πάμπολλες φορές πλησιάζομε χαρισματούχους ανθρώπους ή για να έχουμε κάποια επίφαση νομιζόμενης αυτοαγιότητος κατά εκπομπή ή για να καυχιόμαστε πως εμείς αξιωθήκαμε και είχαμε συζητήσεις και εμπειρίες μαζί του, ή ότι με τη μία αυτή επίσκεψη πήραμε από τη χάρι του και αυτομάτως γίναμε και πνευματικοπαίδια του, κρύβοντας έτσι πολύ τεχνικά αισθήματα κρυφής μειονεξίας, ύπουλης ζηλοφθονίας ή και παιδικής ανοησίας μας … Λησμονούμε το «ει ήτε τέκνα του Αβραάμ, εποιείτε αν τα έργα του Αβραάμ» … Δηλαδή, δεν γινόμαστε άγιοι εξ επαφής, ούτε αυτοστιγμιαίως.
 Όταν, λοιπόν, προσεγγίζουμε ένα Άγιο με πνεύμα ταπεινής μαθητείας, παρέχομε στον εαυτό μας την αρίστη ευκαιρία να μετατεθούμε στον άλλο αέρα, τον του Πνεύματος του Θεού, υπό του οποίου ο Άγιος άγεται και φέρεται και ως εκ τούτου οιονεί αποτελεί έμπνουν και ζων Ευαγγέλιο. Βλέποντας έτσι και συγκρίνοντας το ιδικό του ύψος και την ιδική μας πνευματική πτώχεια, θα ταπεινωθούμε περισσότερο και θα ανοίξουμε την καρδιά μας να δεχθεί τον αναπαυόμενον εν τοις ταπεινοίς την καρδίαν, προφυλάσσοντάς μας από την πιο επικίνδυνη μορφή πνευματικού πολέμου, την αυτάρκεια και την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, την κενοδοξία.
Εξάλλου, όταν πλησιάσουμε την αγία μορφή με πνεύμα πνευματικής αυτοδικαιώσεως και περιέργειας ή και εν μέρει αισθήσεως πληρότητος πνευματικής, κινδυνεύουμε να πέσουμε στη παγίδα της απορρίψεώς του, όταν αυτά που τυχόν θα μας πει και συμβουλεύσει έρχονται σε αντίθεση με την ιδεατή εικόνα που μόνοι μας ζωγραφίσαμε για τον εαυτό μας. Κατεβάζοντας τον Άγιο στα δικά μας μέτρα και κρίνοντάς τον με κριτήρια χαμηλής πνευματικότητος ή και κοσμικότητας ακόμη, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα στρέψουμε περιφρονητικά τα νώτα μας, μη μπορώντας να προσοικειωθούμε την σκληρότητα των λόγων του, που είναι ωστόσο κριτικοί των εσωτάτων εννοιών και ενθυμήσεων μας.
Με το πρίσμα αυτό μπορούμε να εξετάσουμε και την στάση μας έναντι στην ανάγνωση των Βίων των Αγίων. Τα μεν υπερφυσικά γεγονότα ταπεινώνουν τον ταπεινό περισσότερο, τον δε υπερήφανο οιηματία τον κάνουν να τα θεωρήσει ή αδύνατα να πραγματοποιηθούν ή να τους αποδώσει την μομφή των μυθικών διηγημάτων, χρήσιμων μόνον για ανθρώπους με μειωμένη πνευματική αντίληψη και Ικανότητα … Δίκοπο μαχαίρι!
 
 Ζώντας στο Άγιον Όρος πάνω από τρεις δεκαετίες και καταργώντας τον τόπο με τον τρόπο μου, έχω διαπιστώσει αρκετές φορές την διάθεση των επισκεπτών ή προσκυνητών να συναντήσουν μια φωτισμένη μορφή αποβλέποντας ωστόσο να συναντήσουν ένα μάγο ή έστω ένα θαυματουργό ή διορατικό και προορατικό, περιορίζοντας ή μάλλον υποτιμώντας και αχρειώνοντας έτσι πολύ το πεδίο της εν Χριστώ αγιότητος. Δεν φαίνεται με την έρευνα και σχέση αυτή να επιδιώκουμε τόσο την κάθαρση των παθών μας και τον αγιασμό «ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριο», όσο το να χορτάσουμε την εγωιστική περιέργειά μας, που αν δεν το πετύχομε, αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για την δυνατότητα υπάρξεως σήμερα Αγίων και μπορεί να καταλήξουμε στη βλασφημία του Αγίου Πνεύματος ισχυριζόμενοι ότι χάθηκαν σήμερα οι Άγιοι, λες και η αγιότητα «βγαίνει στο παζάρι», κατά έκφραση αγιορείτικη ή «κτυπά κουδούνια».
 Ο μακαρίτης παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης έλεγε: «Αλλοίμονο στον άγιο που βγήκε η φήμη του μέχρι την Αθήνα» ή «με την κατάρα του Θεού και την ευχή του διαβόλου διαδόθηκε ότι είμαι άγιος» …
Τελευταία φορά που επισκεφθήκαμε τον μακαριστά γέροντα Παΐσιο, πριν βγει από το Όρος για το νοσοκομείο, τον βρήκαμε πολύ αρπαγμένο.
«Γιατί, γέροντα, είσθε έτσι;», τον ρώτησα.
«Τί να μην είμαι, ευλογημένη ψυχή, εκεί πέρα, ας υποθέσουμε να πούμε; Τρελάθηκε ο κόσμος! Άγιο με ανεβάζουν, άγιο με κατεβάζουν. Εμένα και τον παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια. Ο παπα-Εφραίμ είναι Άγιος και μεγάλος μάλιστα. Εγώ τί παλιοσκουριασμένος τενεκές, να πούμε, είμαι, να με ελεήσει ο Θεός … Ξέρετε, αυτή τη στιγμή στο Άγιον Όρος ζούνε πενήντα άγιοι και μεγάλοι άγιοι. Αλλά είναι έξυπνοι, όχι σαν και μένα τον βλάκα που βγήκε το όνομά μου και βλέπετε τί τραβάω καθημερινά» (περίμεναν στις καστανιές να τον συναντήσουν αρκετές δεκάδες επισκέπτες). «Παρακαλούν, λοιπόν, τον Χριστό μας και του λένε: Μη μας δοξάσεις εδώ κάτω, κράτα το στεφάνι για την άλλη ζωή. Και ο φιλότεκνος Πατέρας, να πούμε, ακούει τα φιλότιμα παιδιά Του και τους κάνει την χάρη. Ξέρετε, όμως; Εμείς εδώ από την ανατολική πλευρά του Όρους έχομε υγρασία και δεν ευδοκιμεί η αγιότητα τόσο καλά. Γι’ αυτό έχομε μόνο δεκατέσσαρες. Εσείς από την άλλη μεριά που σας βλέπει περισσότερο ο ήλιος έχετε τριανταέξι» …
Τα λόγια αυτά του πολυπονεμένου και πολυχαρισματούχου οσίου των ημερών μας κατ’ επανάληψιν τα βεβαιώθηκα εμπειρικά, συναντώντας χωρίς προγραμματισμό και ειδική έρευνα αγίους και μάλιστα μεγάλων πνευματικών μέτρων. Βρίσκονται και στα Κοινόβια, βρίσκονται και στην Έρημο. Ποικιλία μορφών και χαρισμάτων! Το μεγάλο τους και κοινό μυστικό είναι αυτή η επίμονα επιδιωκόμενη κρυφιότης από εκείνη την εμπορική αίσθηση της αγιότητος που έχομε οι πολλοί, αλλά και η βα­θύτατη ταπείνωση και η χειρότερη εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους – το ελκτικό άλλωστε σημείο της οργιαστικής Χάριτος του Κυρίου.
Τον Λωτ δεν τον πείραξε ο ασφυκτικός σοδομιτικός περίγυρος να διακριθεί στην τήρηση των εντολών του Θεού. Ούτε τον Μωϋσή επηρέασε η φαραωνιτική και ειδωλομανούσα Αίγυπτος. Τί, όμως, ωφέλησε τον Γιεζή που ζούσε κοντά στον προφήτη Ελισαίο ή τους υιούς ‘Ηλεί που «ήσθιον εκ των θυσιών του ιερού»; Ακόμη, σε ποιό σημείο βλέπομε να ωφελήθηκε από την τριετή συμβίωσή του με την περί τον Κύριο δωδεκάριθμη αποστολική χορεία ο άθλιος Ιούδας; Άλλωστε του τα ψάλλομε κάθε Μεγάλη Παρασκευή, χωρίς ωστόσο να αισθανόμαστε ότι πολλές φορές βρισκόμαστε σε παράλληλη μ’ αυτόν πορεία εμείς οι ίδιοι … Καλό είναι να συναντούμε Αγίους, δύσκολο όμως να τους προσεγγίζουμε όπως αρμόζει.
 Η τάση της «γεροντολαγνείας», όπως ονομάζεται από συγχρόνους μας εκκλησιαστικούς παράγοντες, δηλαδή το να γυρίζουμε όλη την οικουμένη και να ψάχνουμε για διορατικούς και φωτισμένους Αγίους, παίρνοντας από όλους συμβουλές και μη εφαρμόζοντας καμία απ’ αυτές, είναι και πρόβλημα σοβαρό, είναι και αφορμή κάποιας μορφής αισιοδοξίας. Πρόβλημα παραμένει, αν περιθριγκωθεί(=περιφραχθεί) από αυτού του είδους την αναζήτηση φτωχής και μη ιάσιμης ανθρωποπαθούς θαυματουργίας, στα ίδια μέτρα των πολυπληθών απατεώνων μάγων και των γιόγκι.
 Αφορμή χαράς και ελπίδος, γιατί φαίνεται μια ακτίνα αναζητήσεως του τελείου προτύπου στην πορεία της ζωής μας, οπότε και ο όρος «γεροντολαγνεία» χάνει αμέσως το περιεχόμενό του, αφού εμπίπταμε στα κανονικά και παραδοσιακά όρια της απαραίτητης προσωπικής μας σχέσεως με ένα πεπειραμένο και φωτισμένο πνευματικό οδηγό, απ’ τον οποίο πλησιάζοντάς τον προσδοκούμε βοήθεια για να ξεπλύνουμε τον ερειπωμένο χιτώνα της ταλαίπωρης ψυχής μας και να βιώσουμε ορθόδοξα και ταπεινά το μυστήριο της πνευματικής σχέσεως του διδύμου Γέροντας-υποτακτικός.
Στο σημείο πάλι αυτό είναι αναγκαίο να κάνουμε κάποια μικρή παρατήρηση. Στη προσπάθειά μας να βρούμε «άγιο» πνευματικό καθοδηγητή, αν τα πνευματικά αισθητήρια μας είναι εισέτι αγύμναστα, μπορεί αντί ποιμένος να βρεθεί ξαφνικά μπροστά μας λύκος, οπότε σε συνδυασμό με μια διαστρεβλωμένου τύπου υπακοή που εγγίζει τα όρια από μεν την θέση του «αγίου» πνευματικού της ψυχαναγκαστικής καταδυναστεύσεως της προσωπικότητος του πιστού, από δε την θέση του αναζητούντος την επίμονη αίσθηση απολύτου παραιτήσεως από κάθε ανάληψη προσωπικής του ευθύνης για την περαιτέρω πνευματική του πορεία και τελεία εγκατάλειψη στη βούληση του πνευματικού, τότε το αποτέλεσμα αυτής της προσεγγίσεώς του με μακροχρόνιες και πολλές ελπίδες ευρεθέντος «αγίου Γέροντος» θα είναι καταστρεπτικές για την προσωπικότητα του υποτακτικού. Και έχουμε πάμπολλα τέτοια παραδείγματα. Δυστυχώς …
 Επίσης πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των όρων «υπακοή» και «συμβουλευτική γνώμη». Διότι η μεν υπακοή, που κατά κόρον ζητούν οι εν τω κόσμω πνευματικοί από τους κοσμικούς πιστούς, είναι καθαρά μοναχική αρετή, που δίνεται αυτοθέλητα ως υπόσχεση ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά την διάρκεια της μοναχικής κούρας και οφείλεται ισοβίως προς τον συγκεκριμένο Γέροντα του μοναχού, η δε συμβουλευτική γνώμη που δίνει ο κάθε μη μοναχός πνευματικός σε κοσμικούς πιστούς, δεν ενέχει το στοιχείο της υποχρεωτικής τηρήσεως της συμβουλής, άσχετα αν είναι η σωστή ή όχι και ως εκ τούτου έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο.
Στο σημείο αυτό μπλέκονται επικίνδυνα στις μέρες μας οι δύο όροι και έχουμε περιπτώσεις και νεαρών εγγάμων διακόνων ακόμη που αναλαμβάνουν ανεύθυνα ρόλο μεγάλου γέροντος και δη και ηλικιωμένων ανθρώπων με συμπεριφορά απαράδεκτης καταδυνάστευσης του προσώπου. Μάλιστα η τεκμηρίωση του «γεροντικού» αυτού ρόλου βρίσκει εύκολα υλικό στα πνευματικά βιβλία, που η μελέτη και η κατανόησή τους απαιτούν ωστόσο κάποιες βασικές γνωστικές προϋποθέσεις και αφορούν μόνο και μόνο Μοναχούς που υποσχέθηκαν ισόβια υπακοή -όχι υποταγή. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μία κατάσταση μπερδεμένη και οι άνθρωποι να ζουν με μια παράξενη και ιδιότυπη πνευματικότητα, φορτωμένοι πέρα από τα προσωπικά τους προβλήματα και με τις αντιευαγγελικές και ενίοτε και σχιζοφρενικές εντολές των «φωτισμένων γερόντων», στις οποίες ενίοτε εύκολα διακρίνεται το ψυχολογικό φαινόμενο της μεταβίβασης. Όσα εμείς δεν τα κάνουμε από ανικανότητα ή από αίσθηση πνευματικής μεγαλειότητας, τα απαιτούμε από τους δυστυχείς «υποτακτικούς» μας. Και όταν φθάνουν κάποτε συντετριμμένοι και απελπισμένοι σε κάποιον νορμάλ πνευματικό, αν ποτέ προλάβουν να φθάσουν, δεν έχουν την παραμικρή δύναμη επανορθώσεως των όσων γκρεμίστηκαν άπαξ διαπαντός και τελεσιδίκως μέσα τους …
Στοιχείο επικίνδυνο για τη δημιουργία αγαθών σχέσεων με άγιο πρόσωπο είναι και η προσπάθεια μιμήσεως εξωτερικών χαρακτηριστικών του, όπως το ντύσιμο, η ομιλία, το ψάλσιμο, η άσκηση. Η προσπάθεια αυτή, όσο και αν φαντάζει φυσιολογική, ενέχει μεγάλο κίνδυνο απολυτοποιήσεως αυτών των εξωτερικών στοιχείων, που ωστόσο δεν αποτελούν αναγκαστικά μέσα ελεύσεως στην καρδιά του μιμούμενου των χαρισμάτων του Αγίου που θέλει να μιμείται. Άλλωστε δεν είμαστε όλοι για όλα, ούτε έχομε κοινές τις φυσικές και πνευματικές δυνατότητες προσλήψεως των αγαθών του Θεού, που με κανένα τρόπο δεν εξαναγκάζεται να μας αναδείξει αγίους με την υιοθέτηση ξηρών τύπων, έστω και αυτών με τους οποίους εκφράζονται οι Άγιοι. Εξάλλου άλλο η μοναχική ζωή, άλλο η εν τω κόσμω πορεία.
 Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κοζάνης είπε κάτι πολύ σοφό: «Τα των αγίων είναι όλα θαυμαστά και αξιέπαινα, όχι όμως και αξιομίμητα». Ρήση πατερική, αφού μελετώντας τα Συναξάρια διαπιστώνομε πόσο διαφορετικοί χαρακτήρες είναι ο κάθε Άγιος από τον οποιοδήποτε άλλο, κατά το παύλειο «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη». Και όμως, όλοι είναι άγιοι. Και οι Μάρτυρες και οι ασκητές. Και οι ποιμένες στον κόσμο και οι στυλίτες της ερήμου. Και οι κοινοβιάτες και οι σπηλαιώτες. Και οι άγαμοι και οι έγγαμοι. Και οι από κοιλίας μητρός ηγιασμένοι και οι εν εσχάτη ώρα μετανοήσαντες. Ο Φιλάνθρωπος Κύριος όλους μας αγκαλιάζει και μας αποδέχεται, εξαγιάζοντας τα προσωπικά μας στοιχεία που απαρτίζουν την ιδική μας και μοναδική ιδιοπροσωπία. Δεν μας μεταποιεί σε άβουλα όργανα.
 Δεν νομίζομε πως το θέμα της προσεγγίσεως των Αγίων τελειώνει εδώ. Άλλωστε, διαβάζοντας τους Βίους των Αγίων, που είναι ένας άλλος τρόπος προσεγγίσεως του στοιχείου της Εκκλησιαστικής αγιότητος, μη εμποδιζόμενης από τοπικά ή χρονικά εμπόδια, κάθε φορά μπορεί να επισημάνουμε κάτι το διαφορετικό, που μέχρι τότε δεν το είχαμε προσέξει· και μια ασήμαντη φαινομενικά λεπτομέρεια του βίου μπορεί να γίνει αφορμή συγκλονιστικής επαναδιαχαράξεως της πνευματικής μας πορείας και αξιολογήσεως των στόχων μας,
 Για να επανέλθουμε στον αρχικό αφορισμό, είναι απολύτως αληθές ότι χρειάζεται πολλή ταπείνωση, αλλά και ειδικός φωτισμός από τον Τρισάγιο Κύριο να προσεγγίζουμε οικοδομητικά και όπως πρέπει ένα Άγιο. Άλλωστε δεν είναι μία σμικρογραφία του απολύτου Αγίου και της πρώτης πηγής της αγιότητος, του Τριαδικού Θεού μας; Όπως για να πλησιάσουμε σωστικά τον Κύριο, τον εν αγίοις αναπαυόμενον, χρειάζεται να έχουμε στη ψυχή μας τον αγνό φόβο Του, διότι είναι πυρ καταναλίσκον, μπροστά στην αίσθηση του οποίου και ο Αβραάμ και ο Ησαΐας και ο Ιώβ εδειλίασαν σφόδρα, κατά τον ίδιο τρόπο μία απρόσεκτη και ασεβής προσέγγιση ενός Αγίου ανθρώπου μπορεί να αποβεί θανατηφόρος πνευματικώς εγγισμός, όπως αυτός της Κιβωτού της Διαθήκης από τον γνωστό Οζά κατά την πανηγυρική επαναμεταφορά της στη Σιών.
 Αντί, λοιπόν, να ψάχνουμε φιλοπερίεργα για Αγίους, προτιμότερο είναι, αλλά και ασφαλέστερο, να πλησιάζουμε στα Μυστήρια της Αγίας Εκκλησίας μας εν ταπεινώσει και αισθήσει της παναναξιότητός μας και να ζητούμε αδιαλείπτως το μέγα έλεος του Κυρίου, που διαχρονικά μας προστάζει «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος Κύριος ο Θεός». Μ’ αυτό τον τρόπο και οι σύγχρονοι Άγιοι Πατέρες Τον πλησίασαν και έγιναν φωστήρες λάμψαντες και έως αιώνων μέλλοντες να λάμπουν στο νοητό στερέωμα της Εκκλησίας. Ζώντες εν σώματι υπήρξαν γνήσιοι φίλοι του Θεού και στήριξαν και παρεκάλεσαν πλήθη λαού του Κυρίου. Τώρα από τους ουρανούς κατεβάζουν σύννεφα θείων δωρεών στους πιστούς με τα ποικίλα θαύματα που επιτελούν καθημερινά σε όσους προσπίπτουν και ζητούν τις ευεργετικές ικεσίες τους προς τον Κύριο ή μελετούν τις θαυμαστές βιογραφίες τους.
 Εν τέλει και ο Γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής και ο Αμφιλόχιος της Πάτμου και ο Φιλόθεος της Πάρου και ο Γεώργιος της Σίψας και ο Ιερώνυ­μος της Αναλήψεως και ο Γερβάσιος των Πατρών και ο Επιφάνιος των Αθηνών και ο Πορφύριος των Καυσοκαλυβίων και ο Εφραίμ Κατουνακιώτης και ο Παΐσιος της Παναγούδας και ο Ιάκωβος του Οσίου Δαβίδ και ο Σωφρόνιος του Έσσεξ και ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης και ο Δαμασκηνός του Μακρινού και ο Γαβριήλ Διονυσιάτης και ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο Αρσένιος και ό παπα-Χαράλαμπος του γερο-Ιωσήφ και ο Γέροντας Ιουστίνος του Τσέλιγιε ή ο γερο-Κλεόπας της Ησυχαστρίας και ει τι έτερος … Όλοι υπήρξαν και είναι Άγιοι και μεγάλοι, αλλά κανείς δεν μοιάζει με κάποιον άλλον. Ο καθένας έχει το προσωπικό του χρώμα στον άγιο βίο του. Αυτή είναι η αριστοκρατία του Τρισάγιου Θεού μας!
Μας σέβεται εις το έπακρον και μας αγιάζει ολοτελώς, όταν παραδοθούμε ταπεινά και χωρίς κρατούμενα στο θέλημά Του, μη περιμένοντας οποιονδήποτε δουλικό μισθό για τα «κατορθώματα» μας, ούτε φωτοστέφανο δόξης και αγιότητος, παρά μόνον εκζητούντες με τελωνικό αίσθημα μετανοίας και συντριβής το μέγα και πλούσιον έλεος της φιλανθρω­πίας Του, όπως έκαναν και όλοι οι φανεροί και αφανείς Άγιοι της Εκκλησίας μας, ων ταις ευχαίς ελεήσαι και σώσαι ημάς Κύριος ο Θεός. Αμήν.

Παναγιώταρος της Χ.Α: Και οι δύο θρησκείες (Δωδεκάθεο – Ορθοδοξία) είναι αποδεκτές εφ΄όσον ….

 Αφιερωμένο σε εκείνους τους Ορθόδοξους που εξακολουθούν να βλέπουν την Χ.Α ως “υπερασπιστή της Ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Δείτε  το Video και αναρωτηθείτε  τι σχέση  έχει η διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με  την ουσία  της ναζιστικής- εθνικιστικής  ιδεολογίας  αυτών  των ανθρώπων.

peiraiws-xrysh-aygh

Πηγή: http://klassikoperiptosi.blogspot.gr/2013/04/blog-post_5894.html

Η ευγονική του Ροκφέλερ, του Χίτλερ και του «δρ» Μένγκελε, ξανά στο προσκήνιο από την Χρυσή Αυγή (Video)

Χ.Α 2 Με αφορμή  την εκμπομπή – ρεκλάμα  του «αντιμερκελιστή»  Τράγκα , ξαναφέρνουμε  στα μάτια  ειδικά  όσων είναι  Ορθόδοξοι  χριστιανοί , την αληθινή εικόνα του αντίχριστου  «πολιτικού μορφώματος» της Χ.Α.
Όσοι λοιπόν  πίστεψαν ότι αυτοί  οι θεατρίνοι του Άδη , είναι οι προστάτες  ή οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας , ας δουν και αυτό το Video  και ας αναρωτηθούν  κυρίως  αν  είναι  έντιμοι με τον εαυτό τους όταν στέκονται  μπροστά  στην  εικόνα του Κυρίου  και Σωτήρος  μας Ιησού Χριστού.

Ας  αναρωτηθούν  αυτοί οι  λίγοι  (ευτυχώς) Αρχιερείς και Ιερείς , που  διστάζουν  να  καταδικάσουν αυτές τις  δαιμονοειδείς – αντίχριστες  θέσεις  και αντιλήψεις, όχι αν ομολογούν  Χριστό ( όπως άλλωστε θα έπρεπε να κάνουν  πρώτοι από όλους μας) αλλά  αν Τον  αρνούνται μέσω αυτής  της  «περίεργης» ανοχής  ή  κατά  περιπτώσεις ( φευ) «συναντίληψης».

Όταν ο Τράγκας  θέτει  υποθετικά την  ερώτηση :
«θα συμφωνούσατε αν παντρευόμουν την Φατμαγκιούλ  αφού πρωτα  είχε βαφτιστεί  Ορθόδοξη;» o  βουλευτής  της Χ.Α  δεν διστάζει  να  απαντήσει  : «Δεν μας ενδιαφέρει καθόλoυ  το θρήσκευμα , δεν  σημαίνει τίποτα για μας».
Είναι ο ίδιος  ο οποίος  σε συνέντευξή του στο περιοδικό  του Τράγκα  είχε επαναλάβει  αυτά  που γράφονται  στις ιστοσελίδες  και τα ιστολόγια της  Χ.Α, ότι δηλαδή  δεν πρέπει να αναπαράγονται   μεταξύ τους  οι μη  «φυλετικά καθαροί» ή  οι «άρρωστοι».
Είναι αυτός που  με  απίστευτο  θράσος  χρησιμοποίησε  ως επιχείρημα  “τα εκατομμύρια  που σπαταλούν  οι επιστήμονες”  για  την διατήρηση  της καθαρότητας και την βελτίωση  των  χαρακτηριστικών της ράτσας  στα  άλογα , στα σκυλιά  και σε άλλα ζώα.
Στο Video  θα δείτε  και την μαρτυρία  ενός Αμερικανού  νευροχειρουργού – ερευνητή   ο οποίος  αποκαλύπτει  ότι  αυτές  τις  αντιλήψεις  περί   κατασκευής του “τέλειου ανθρώπου” και την σημασία της «ευγονικής»  είχε αναπτύξει  πολύ πριν από τον Χίτλερ  το ίδρυμα Ροκφέλερ, το οποίο φυσικά  αργότερα  προσέφερε τις  αποκτηθείσες γνώσεις του για το θέμα , στο   ναζιστικό καθεστώς και  μεταπολεμικά  στον  διάδοχο   της Νέας Τάξης  δηλαδή στις ΗΠΑ.
Στο τέλος  του  μικρού μας «αφιερώματος» θα  δείτε  απόσπασμα  από την μαρτυρία  του  Hugo , ενός  τσιγγάνου  που  αν και βασανίστηκε σκληρά  (ήταν  9χρονο παιδί τότε) γλύτωσε  από τα χέρια  του  «ευγονιστή»  του Άουσβιτς  δρ. Μένγκελε.
Το παρακάτω  video  το αφιερώνω σε όλους  όσους  έθαψαν  τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού κάτω  από την αντίληψη  ότι  αρκεί να είσαι αντι- ΝΔ , αντι – ΠΑΣΟΚ, αντι ΣΥΡΙΖΑ ,  αντι- ΚΚΕ  και κάμποσα ακόμα «αντι»   για  να  έχεις «ήσυχη  την  χριστιανική σου  συνείδηση»:

Λειτουργία των Προηγιασμένων

( Ι.Μ. Φουντούλη, Καθηγητού Παν/μίου)

Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσουμε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή τη ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει.

Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.

Το όνομά της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.

Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα. Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία. Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.

Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.

Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…».

Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα. Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.

Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.

Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».

Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.

Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών».

( Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/νίκη 1971, σ. 49-54).

http://vatopaidi.wordpress.com

π. Ι. Ρωμανίδης: Για την Εκκλησία είτε ο άθεος μαρξισμὸς είτε η δεξιά μασωνία είναι το ίδιο πράγμα.

Church

 Στην διαδικασία της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως έχουμε μπροστά μας μία επιστήμη. Αυτό το πράγμα όμως μπορεί να πολιτικοποιηθεί;

Δηλαδή μπορεί οι Ορθόδοξοι να πουν πχ. ότι μόνο οι Αριστεροί μπορούν να έχουν νοερά προσευχή; Ή ότι εκείνος που έχει νοερά προσευχή είναι υποχρεωμένος να είναι Αριστερός η Δεξιός;

Όχι, βέβαια.

Οπότε έχομε μία επιστήμη, που λέγεται Ορθοδοξία, η οποία δεν μπορεί ποτέ να συσχετισθεί με την Πολιτική. Διότι ο αγαπών τον συνάνθρωπό του μεριμνά για τον συνάνθρωπό του, οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός ως προς τις πεποιθήσεις του. Εκείνο που απασχολεί τον Ορθόδοξο Χριστιανό στα ιδεολογικά θέματα είναι πρώτα- πρώτα το εάν η Εκκλησία έχει την ελευθερία να κάνει το έργο Της, που είναι το να θεραπεύει τους αρρώστους Της. Η Εκκλησία πρέπει να την έχει αυτήν την ελευθερία. Εκείνη λοιπόν η ιδεολογία που εμποδίζει την Εκκλησία να κάνει το έργο Της είτε αυτή λέγεται άθεος Μαρξισμός είτε δεξιά Μασονία, για την Εκκλησία είναι το ίδιο πράγμα. Είναι εχθρός Της και οφείλει εξ ίσου να αμυνθεί. Συμβαίνει σήμερα να έχουμε από το ένα μέρος τους Δεξιούς, που κατευθύνονται από τους Μασόνους, και από το άλλο μέρος τους….Αριστερούς, που κατευθύνονται από την Μόσχα, η οποία επίσημα τουλάχιστον ανέχεται σήμερα την θρησκεία, αλλά επιτρέπει ανέντιμη προπαγάνδα εναντίον της. Πώς π.χ. η παλαιά μητρόπολις του Λένινγκραντ, η μητρόπολις της Τσαρικής Ρωσίας έγινε μουσείο αθεΐας; Αυτός δυστυχώς είναι ο κομμουνισμός στην πράξη. Δεν είναι βέβαια υποχρεωμένος ο κομμουνισμός να εφαρμοσθεί έτσι, όμως στην πράξη εφαρμόζεται πάντα εις βάρος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία όμως, όταν αντιμετωπίζει ανέντιμο αγώνα εναντίον της, είναι υποχρεωμένη να αμυνθεί.

Λοιπόν, σύμφωνα με τα προηγούμενα, είναι υποχρεωμένη η Εκκλησία να υποστηρίξει κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία; Όχι βέβαια. Η ιατρική επιστήμη οφείλει να υποστήριξει οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα ενδιαφερθεί για την υγεία του λαού σωματική και ψυχική. Ο γιατρός ως γιατρός είναι υποχρεωμένος να έχει ιατρικά κριτήρια στην περίπτωση αυτή.

Σημείωση: το κείμενο γράφτηκε ενώ υπήρχε ακόμα η Σοβιετική Ένωση

Από το Βιβλίο: Πατερική Θεολογία του π. Ιωάννη Ρωμανίδη

http://anavaseis.blogspot.gr/2012/06/blog-post_8163.html

Nicolas Berdiaeff: Για τι πράγμα ξεσηκώνονται οι επικριτές του Χριστιανισμού;

Στη διάρκεια της ιστορίας της η χριστιανική ανθρωπότητα πρόδωσε τριπλά το Χριστιανισμό. Στην αρχή τον παραμόρφωσε, στη συνέχεια τον εγκατέλειψε ολότελα και στο τέλος, και

ακριβώς αυτό ήταν το πιο μεγάλο της λάθος, άρχισε να τον καταριέται για το κακό που είχε η ίδια δημιουργήσει. Όταν κρίνουν το Χριστιανισμό, κρίνουν τα αμαρτήματα και τα ελαττώματα της χριστιανικής ανθρωπότητας, κρίνουν τη μη εφαρμογή και την παραμόρφωση της αλήθειας του Χριστού από τον άνθρωπο. Γι’ αυτές ακριβώς τις παραμορφώσεις, τα αμαρτήματα και τις ανθρώπινες κακίες αποσπάστηκε απ’ το Χριστιανισμό ο κόσμος.

Στη μια ιδανική αρχή πρέπει να αντιπαραθέσουμε μιαν άλλη. Στο ένα πραγματικό γεγονός πρέπει να αντιπαρατάξουμε ένα άλλο. Θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί τον τελικό σκοπό του κομμουνισμού, δείχνοντας πως παραμορφώθηκε και δεν εφαρμόστηκε ποτέ, όπως έγινε και με το Χριστιανισμό. Για να φτάσουν στους σκοπούς τους οι κομμουνιστές χύνουν πολύ αίμα και διαστρέφουν την αλήθεια. Το ίδιο κάνουν κι οι Χριστιανοί, αλλά ξεκινώντας απ’ το γεγονός αυτό μια σύγκριση ανάμεσα στον κομμουνισμό και το Χριστιανισμό θα ήταν μια φανερή πλάνη.

Στο Ευαγγέλιο, στις εντολές του Χριστού, στη διδασκαλία της Εκκλησίας, στο παράδειγμα των αγίων, στις αυθεντικές εκδηλώσεις του Χριστιανισμού θα βρείτε το χαρμόσυνο
Η θεία αλήθεια του Χριστιανισμού, που δέχτηκαν οι άνθρωποι, παραμορφώνεται μέσα στην αμαρτωλή τους φύση, στην περιορισμένη τους συνείδηση. Η αποκάλυψη και η χριστιανική ζωή, όπως κάθε αποκάλυψη και κάθε θρησκευτική ζωή, προϋποθέτουν όχι μόνο την ύπαρξη του Θεού, αλλά επίσης και την ύπαρξη του ανθρώπου. Κι αυτός παρότι φωτίζεται από το φως της χάρης του Θεού, σχετικοποιεί στα πνευματικά του μάτια το θείο αυτό φως και στη συνέχεια επιβάλλει στην αποκάλυψη τα όρια της φύσης και της συνείδησής του.μήνυμα του ερχομού της Βασιλείας του Θεού, μια κλήση στην αγάπη του πλησίον, την πραότητα, τη θυσία και την καθαρότητα της καρδίας. Όμως δε θα βρείτε προτροπές για βία, εχθρότητα, εκδίκηση, μίσος ή απληστία. Συνεπώς, γιατί πράγμα ξεσηκώνονται οι επικριτές του Χριστιανισμού;

Αντίθετα, στη θεωρία και την ιδεολογία του Μarx, που γέννησε τον κομμουνισμό, θα βρείτε μόνο προτροπές για βία, μνησίκακη εχθρότητα της μιας τάξης απέναντι σε μια άλλη, εκδίκηση, αγώνα προσωπικών συμφερόντων, και τίποτε που να απευθύνεται στην αγάπη, τη θυσία, την πραότητα και την πνευματική καθαρότητα. Στην ιστορία συχνά αμάρτησαν οι Χριστιανοί και ίσως κάτω από το «βλέμμα» του Χριστού, όμως δεν πραγματοποίησαν ποτέ τις εντολές Του με τον παραπάνω απαράδεκτο τρόπο. Οι εχθροί του Χριστιανισμού χαίρονται να διαδίδουν πως οι Χριστιανοί συχνά καταφεύγουν στη βία για να υπερασπιστούν και να διαδώσουν την πίστη τους. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αλλά δείχνει πως οι Χριστιανοί ήταν τότε τυφλοί από το πάθος, πως δεν είχε ακόμα φωτιστεί η φύση τους και πως η κατάσταση της αμαρτίας έφτασε να παραμορφώσει και τον πιο δίκαιο και ιερό σκοπό. Όταν ο Πέτρος θέλησε να υπερασπιστεί το Χριστό, έβγαλε το ξίφος του, χτύπησε το δούλο του μεγάλου αρχιερέα και του έκοψε το αυτί. Τότε ο Χριστός του είπε, «απόστρεψον την μάχαιράν σου εις τον τόπον αυτής· πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται» (Μθ. 26, 52).

Από τη Βίβλο ξέρουμε ότι ο Θεός αποκαλύφτηκε στους Εβραίους. Αλλ’ ο θυμός, ο φθόνος, η εκδίκηση που εκδηλώνει ο Θεός – Γιαχβέ, δεν είναι οι φυσικές ιδιότητες του Θεού, είναι μια παραμορφωμένη εικόνα Του στη συνείδηση του ισραηλιτικού λαού, με τον οποίο ήταν σύμφυτες αυτές οι ποιότητες.

Από τους ανθρώπους εκφυλίστηκαν και η ιδέα του Θεού, που παρουσιάστηκε συχνά σαν ανατολίτης άρχοντας κι απόλυτος μονάρχης, και το δόγμα της Απολύτρωσης, που ερμηνεύτηκε σαν τη διακοπή μιας δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε από τον εξαγριωμένο θεό ενάντια στον άνθρωπο, παραβάτη της θέλησής του. Κι αυτή η διεστραμμένη αντίληψη, που περιορίστηκε ανθρώπινα από τα χριστιανικά δόγματα, έκανε τους ανθρώπους να αποκοπούν απ’ το Χριστιανισμό.

Εκφυλίστηκε κι αυτή η ιδέα της Εκκλησίας. Κατανοήθηκε εξωτερικά, ταυτίστηκε με την ιεραρχία, με τα λειτουργικά τυπικά, με τα αμαρτήματα των «ενοριτών». Πριν απ’ όλα θεωρήθηκε θεσμός. Η βαθύτερη κι η πιο εσωτερική έννοια της Εκκλησίας, που την αντιλαμβάνεται σαν πνευματικό οργανισμό, σαν μυστικό σώμα του Χριστού (σύμφωνα με τον ορισμό του Αποστόλου Παύλου), μετατοπίστηκε σε δεύτερο πλάνο και έγινε αποδεκτή μόνο από μια μειονότητα. Η λειτουργία, τα μυστήρια εκτιμήθηκαν σαν εξωτερικά τυπικά και το βαθύτερο και μυστικό τους νόημα ξέφυγε από τους ψευδοχριστιανούς. Και εγκατέλειψαν την Εκκλησία αυτοί που σκανδαλίστηκαν από τα παραπτώματα του κλήρου, από τις πλάνες των εκκλησιαστικών θεσμών, τις πολύ ανάλογες με τις πλάνες των πολιτικών θεσμών, από την υπερβολικά εξωτερική πίστη των ενοριτών και την υποκρισία μιας φανερής και διαφημιζόμενης ευσέβειας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ πως στην Εκκλησία υπάρχει ένα θείο κι ένα ανθρώπινο στοιχείο, πως η ζωή της είναι ζωή «θεανδρική», μια πράξη κοινή ανάμεσα στη θεότητα και την ανθρωπότητα. Η θεία ίδρυση της Εκκλησίας είναι αιώνια και αλάνθαστη, αγία και καθαρή και «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Μθ. 16, 18). Το θείο στοιχείο στην Εκκλησία είναι ο Χριστός, ο αρχηγός της, η ηθική διδασκαλία του Ευαγγελίου, οι βασικές αρχές της πίστης μας, τα δόγματα, τα μυστήρια, η ενέργεια της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Η ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας είναι επισφαλής και ευμετάβλητη. Μπορεί να προκαλεί παραμορφώσεις, αρρώστιες, πτώσεις, μεταβολές, όπως επίσης και να ανακαλύπτει μια δημιουργική κίνηση, μια ανάπτυξη, μια πνευματική άνθιση, μια αναγέννηση.

Τα αμαρτήματα της ανθρωπότητας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας δεν είναι αμαρτήματα της Εκκλησίας με τη θεία της ουσία, γι’ αυτό διόλου δε μειώνουν την αγιότητά της. Ο Χριστιανισμός ορθώνεται μπροστά στην ανθρώπινη φύση, της ζητά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί, αλλ’ αυτή αντιστέκεται και επιχειρεί να παραμορφώσει τον ίδιο. Ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο διεξάγεται μια διαρκής πάλη, στις φάσεις της οποίας άλλοτε το θείο καταυγάζει το ανθρώπινο, κι άλλοτε το ανθρώπινο διαστρέφει το θείο.

Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος, αναδέχεται την ανθρώπινη σάρκα κι έτσι καθαγιάζει την ανθρώπινη φύση. Ο Χριστιανισμός υψώνει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Του φανερώνει τον πιο πολύτιμο σκοπό της ζωής, του θυμίζει την υψηλή καταγωγή και την ακόμα πιο υψηλή αποστολή του. Αντίθετα όμως από τις άλλες θρησκείες, δεν κολακεύει την ανθρώπινη φύση στην αμαρτωλή και εκπεσμένη της κατάσταση και καλεί τον άνθρωπο να την ξεπεράσει ηρωικά.

Ο Χριστός μας διδάσκει να αγαπάμε το Θεό, να αγαπάμε και τον άνθρωπο, τον πλησίον μας. Είναι αδιάσπαστα ενωμένες η αγάπη στο Θεό και η αγάπη στον άνθρωπο. Με δύναμη από το Θεό Πατέρα αγαπάμε τους αδελφούς μας, και με την αγάπη των αδελφών αποκαλύπτεται η αγάπη μας στο Θεό. «Εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εν ημίν έστιν» (Α’ Ιω. 4, 12). Ο Χριστός ήταν ο Υιός του Θεού και ο Υιός του ανθρώπου. Μας αποκάλυψε την τέλεια ένωση του Θεού και του ανθρώπου, την ανθρωπότητα του Θεού και τη θεότητα του ανθρώπου.

Ο φυσικός όμως άνθρωπος δύσκολα αφομοιώνει αυτήν την πληρότητα της αγάπης «θείου και ανθρώπινου».

Άλλοτε στρέφεται στο Θεό και αποστρέφεται τον άνθρωπο, προετοιμάζεται να αγαπήσει το Θεό, αλλά νιώθει αδιαφορία και σκληρότητα για τον άνθρωπο. Αυτό γινόταν στο Μεσαίωνα.

Άλλοτε πάλι στρέφεται στον άνθρωπο, έτοιμος να τον αγαπήσει και να τον υπηρετήσει, αλλά απομακρύνεται από το Θεό, και πολεμά κι αυτόν και την ιδέα Του, λες κι είναι ολέθρια κι αντίθετη στο καλό της ανθρωπότητας. Αυτό ήδη γίνεται στους νέους χρόνους, στον ουμανισμό, στον ανθρωπιστικό σοσιαλισμό.

Τέλος, αφού καταπάτησε τη θεανδρική αλήθεια κι απομάκρυνε την αγάπη στον άνθρωπο απ’ την αγάπη στο Θεό, άρχισε να χτυπά το Χριστιανισμό και να τον κατηγορεί για τις δικές του παρανομίες.

(Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμός και Κοινωνική πραγματικότητα, σ.230-234 Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη. )

http://www.pemptousia.gr/

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 45 other followers